You are currently browsing the category archive for the ‘Πεζά’ category.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Μέρα και δρόμος. Αυτά μοιράζουν την ζωή μου. Συνεχής κίνηση. Συνεχείς και οι νευρώσεις. Πάντα λόγια από πάνω. Να κινούμαι προς το άγνωστο κάθε φορά. Περασμένα σαράντα. Σχεδόν νέος. Και ετοιμόρροπος. Είκοσι χρόνια δείχνουν αρκετά. Στην υπηρεσία του πολίτη. Προστασία και υπηρεσία λένε οι Αμερικάνοι. Μέχρι που πυροβολάνε κάποιον αράπη που τους στραβοκοίταξε. Έτσι κι εδώ. Πάντα κινούμαστε με πλάνο. Μιά ομάδα με μια αναπνοή. Τα ωράρια είναι τουλάχιστον ανώμαλα. Τα λεφτά είναι τουλάχιστον λίγα. Ο κίνδυνος έιναι πάντα ανύπαρκτος. Ο στόχος πάντα κίβδηλος.

Κινούμαι πάντα μόνος και αναφέρω κάθε απόγευμα. Κινητά και ασύρματοι έπαψαν να υπάρχουν. Ασφάλεια πάνω απόλα. Εμείς επιτελούμε έργο εδώ κύριοι. Από καιρό είμαι στο φεύγω. Κάθε πρωί η μηχανή που περιμένει. Κράνος και γάντια. Ένα μικρό πέρασμα από το τμήμα. Και ξεχύνομαι. Με τον καιρό αναπτύσσεις μάτι για τα σπέσιαλ. Τα παράνομα. Τα εξώφθαλμα. Τα κάθε είδους περίεργα. Κάφες πάντα σε καινούργια μέρη. Τις πιο πολλές φορές κερασμένος. Και ας μην ξέρουν, καταλαβαίνουν. Κάμελ και εσπρέσο. Αλληλουχία και πρωινή ιεροτελεστία.Για τουλάχιστον δύο ώρες καφές και παρατήρηση. Είπαμε.Τα περίεργα υπάρχουν παντού. Πρέπει απλώς να κοιτάς. Μάτια ανοιχτά. Ενατένιση. Γλώσσα του σώματος. Όλα άμεσα αναγνωρίσιμα.

Κάπου εκεί δέχομαι τις πρώτες επισκέψεις. Κακές μνήμες. Κατάμαυρες σκέψεις. Κάποιος μια φορά μου εξηγούσε ότι όλες οι σκέψεις μας ελέγχονται βιοχημικά. Είναι παράγωγα αντιδράσεων βιολογικών στον εγκέφαλο μας.Έστω κι έτσι μπορεί να έιναι κάτι σαν απόρροιες μίας στέρησης. Σηκώνομαι πάντα και κατευθύνομαι στον πάγκο της καφετέριας. Διπλό ουίσκι και νερό. Κάμελ και Βατ. Αμέσως αρχίζει η χαλάρωση. Το σώμα αποκτά ηρεμία.Το μυαλό εναρμονίζεται. Πάντα χωρίς πάγο. Και όσο γίνεται χειρότερη ποιότητα .Μπορώ να πω ότι το φτηνό ουίσκι μου σώζει την ζωή μέρα με τη μέρα. Πληρώνω και ανεβαίνω στη μηχανή. Κάπου εκεί αρχίζει και επίσημα η μέρα. Ο πόνος γεννιέται ξανά ως ευθύνη. Το χάος μπαίνει σε ένα πρόγραμμα. Συγκεκριμένες βόλτες. Με συγκεκριμένες οδηγίες.Και όσο πιο διακριτικά γίνεται.Πάει καιρός που με τα προβλήματα μου η ομάδα αποφάσισε να με θέσει σε περιφερειακό ρόλο. Λαγωνικό. Δουλειά μου να μαζεύω με έναν ιδιότυπο τρόπο πληροφορίες. Εδώ και καιρό δεν συμμετε΄χω σε συλλήψεις. Έμμεσος υποβιβασμός. Στην τελική νομίζω ότι ο υποτιθέμενος υποβιβασμός είναι μια απελευθέρωση. Η δουλειά μου γίνεται όλο και απλή. Και αφήνει με τον καιρό χώρο για τις πολύτιμες στιγμές. Τις πολύτιμες σκέψεις. Το περίστροφο και οι σφαίρες μου σύμμαχοι. Συνοδοιπόροι και μαθητές και δάσκαλοι.

Οι σκέψεις και οι βόλτες δεν τελειώναν έυκολα.Το πρωινό αλκοόλ σπουδαία εφεύρεση. Πολλοί θα λέγανε ότι το πιώμα με κατάστρεψε .Εγώ νομίζω ότι απλά απλοποίησε την προηγούμενη σκατένια ζωή μου. Έκεινο το πρωί το πρόγραμμα πήγαινε ρολόι. Σταμάτησα σε ένα φωτεινό μοντέρνο καφέ στο Περιστέρι. Το στυλ ήταν καπως προαστιακό και επαρχιώτικο. Καφές Βατ και πολλά τσιγάρα. Πέρασα από τα μέρη που μου υπεδείξαν. Από το πρωί μια αγωνία να τραβηχτώ στο σπίτι. Περίπου το μεσημέρι παρέδωσα πνεύμα. Η μηχανή βαριά στα χέρια μου. ¨Όλα έιχαν προορισμό. Το ουίσκι βάραινε τα μάτια. Η ζωή φαινόταν αργή και στάσιμη. Σταμάτησα σε ένα τυχαίο καφενείο με μπαρμπάδες. Τσίπουρο σκέτο. Πάγος και μεζές ποτέ δεν μου έκαναν εντύπωση. Στο μέρος πολλή φασαρία ,χαρτιά τάβλι και στα μισά τραπέζια Φίλαθλος και ελληνικοί καφέδες. Το πρώτο τσίπουρο έφερε την ζέστη. Στο μυαλό μου φαντασίωσα τζάκια σε ακριβά ξύλινα σπίτια περικυκλωμένα από βουνά χιονιού. Κάπου εκεί ανάμεσα εκείνη. Παντοτινά εκείνη μέσα στις σκέψεις μου. Σε εκείνες τις ώρες στα άθλια καφενεία άρχιζε και χανόταν ο έλεγχος. Τσίπουρο και εκείνη.

ΔΗΜΗΤΡΑ

Οι μέρες αντιστέκονται. Τις πιο πολλές φορές βρίσκεται η κόντρα. Κάθε πρωί το ίδιο σενάριο.Ξύπνημα και λεωφορείο στις 6.Άλλοτε βράδυ. Άλλοτε μόλις έχει χαράξει. Στη δουλειά περιμένουν μυθικοί διάδρομοι. Θριαμβευτικές τουαλέτες. Αγέρωχα γραφεία. Παντοτινές σκάλες. Στις έξι και μισή με μία σκούπα.Τσιγάρο και σπαστός καφές στα κλεφτά. Ο χώρος πάντα έτοιμος για να καταφτάσουν οι οικονομικοί φωστήρες. Διευθυντές και γραμματείς. Προιστάμενοι και απλοί υπαλληλοι γραφείου. Άνθρωποι μερικές σκάλες πιο πάνω. Μία συνήθεια και η ιεραρχία στο κτίριο.Στο χαμηλότερο σκαλί οι πελάτες. Οι διάφοροι πολίτες. Ερχόταν να δώσουν το χρήμα. Να πληρώσουν όλους μας. Και βρίσκανε σκληρό τοίχο. Εφορία αλλά όχι ευφορία. Μέρες πέρναγαν. Το μικρό ραδιοφωνάκι πολύτιμη βοήθεια. Μουσική και σφουγγάρισμα δέναν και πριν το καταλάβω τελείωνε άλλη μια μέρα. Εκείνο το πρωί τα πράγματα τυπικά.Σιγά σιγά και μεθοδικά σκούπισμα, σκουπιδοσακούλες, τουαλέτες και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Στο ράδιο οι γνωστές μουσικές. Παλιά Μοσχολιού και Πάνου. Που και που Στέλιος και Πάνος Γαβαλάς. Σαράντα χρόνια πριν. Η ζωή και ο έρωτας σε αρμονία. Απλή και καθαρή ζωή. Φτωχή μέρα και πλούσιοι άνθρωποι. Το μεσημέρι τέλος σε όλα. Περπάτημα για τη στάση. Συνωστισμός ,κορναρίσματα και ζέστη. Κάπου ανάμεσα εκείνος. Πάντα εκείνος. Φάντασμα. Απολειφάδι του αλκοόλ. Ανθρώπινος σκουπιδοτενεκές. Στο σπίτι.

ΝΙΚΟΣ

¨Ενας πατέρας. Και η μητέρα. Η ζωή στο σπίτι και η ζωή με όλους τους άλλους. Ο κύριος αστυνόμος να φθίνει συνεχώς. Και στη δίνη του όλοι μας. Και στην στέρηση του εκεί. Και στις παρεκτροπές σκληρή άμυνα. Πάντα έφτανα με αγωνία στο σπίτι. Σίγουρος ότι ο μικρός μας τύραννος θα έιχε σκαρφιστεί μεθυσμένος καινούργιο τέχνασμα. Ανεξάντλητα ανακυκλούμενα βασανιστήρια. Πρωτίστως ψυχολογικά και ενίοτε βαρύτερα. Εκείνο το μεσημέρι κενή διαίσθηση .Με τον καιρό είχα αποκτήσει μια απόσταση και μια ψυχρότητα. Στα δεκαπέντε κάπως είχα αποστασιοποιηθεί. Σκληράδα στην σκληράδα. Και τυφλότητα έναντια στα καθημερινά μπάχαλα. Η συνήθης διαδικασία ήταν να φτάνω σπίτι και πενήντα μέτρα μακριά να ακούω φωνές και καργιολίκια .Οι γέροι πάντα βρίσκαν κάτι. Με μαθηματική ακρίβεια κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Κάθε μέρα τα πράγματα γινόταν ακόμα πιο θλιβερά. Σαν τις ρομαντικές μουσικές της μάνας. Σαν τα καυτά ουίσκι του μπάτσου. Συγκρούσεις μετωπικές με διακόσια χιλιόμετρα.

Εκείνο το μεσημέρι πάρκαρα το παπί άναψα τσιγάρο και περίμενα να ηρεμήσω.Είχαμε καιρό γίνει θέαμα στην γειτονιά. Ο μπάτσος που έδερνε και τον ίσκιο του.Η γειτονιά βρώμαγε φτηνά τσίπουρα και εμετό .Και είχε σάουντρακ παναγίες και Βίκυ Μοσχολιού. Ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα. Στη διαπασών Μεγάλη Παρασκευή αλλά εκτός αυτού τέλεια ησυχία. Χωρίς να πω κάτι προχώρησα στον διάδρομο .Κλείσμένος σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Κάμελ και μαύρο. Μία ηρεμία αγνή. Και μια ελαφριά αίσθηση δυστυχίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Έφτασα στο σπίτι όπως όπως. Ένας θεός ξέρει πως γλύτωσα δέκα φορές τρακαρίσματα και πτώσεις .Ο αέρας που χτύπαγε στη μηχανή ενέτεινε το φαινόμενο. Όλα καυτά. ο σπίτι ο ναός μου. Και ιέρεια η άρχαια Δήμητρα. Μάνα μου και γυναίκα και κόρη μου και τέλος μου. Και η άρχή. Και μια άισθηση βαθιά ότι τίποτα δεν πάει καλά. Ήταν μήνες που τα συναισθήματα μου με καβάλαγαν. Και το μεσημέρι με έβρισκε απέναντι της με ένα σκοπό. Θα φεύγαμε μαζί. Εγώ αυτή και ο μικρός έιμασταν μόνοι στον κόσμο. Άθλιες δουλειές και ένας βούρκος απέραντος μέσα μας. Πληρωμένοι χαμηλοί υπηρέτες. Και μεταδιδόμενοι κοινωνικοί καρκίνοι. Από γενιά σε γενιά. Αναγεννόμενη μιζέρια. Το σαπισμένο κοινωνικό σώμα. Και η γαμημένη γειτονιά. Πάντα να μυρίζει φτηνό κάτουρο και εμετό. Σε αυτό το παλάτι φύοταν ο μικρός μας πρίγκηπας. Ρόδο κομμένο πριν ανθίσει. Παρατημένο σε μια λίμνη με σκατά. Παντού γύρω μας εκείνοι. Είμασταν οι τρεις μας εκείνη την μέρα. Και δεν έμενε πλεόν χώρος. Όλα μας πνίγανε. Το όπλο μου κοιμόταν χρόνια. Έφτασα και κουρασμένα της είπα να κλείσει την μουσική. Μεγάλη Παρασκεύη. Κινούμενα φέρετρα μέσα στις ψυχές μας. Με άγιες πράξεις γεμάτη εκείνη η μέρα. Πάλη μέρα με την μέρα χώρις κανέναν προορισμό. Με μια αγκαλιά της τα είπα όλα. Έσφιξα τον πανέμορφο λαιμό της. Από αυτήν δεν ακούστηκε παρά ένας αναστεναγμός. Την φίλησα και την άφησα έτσι σαν χαμένο άγγελο πάνω στο κρεβάτι. Ένας άγγελος ολοδικός μου με κρυφά φτερά. Που τα βλέπω μόνο εγώ.

Στο δωμάτιο του .Το βαρύ περίστροφο ρομφαία που θα μας απελευθέρωνε επιτέλους. Δεν χτύπησα. Φτηνό χασίσι η μόνιμη μυρωδιά. Και μουσική .Η μεγάλη Παρασκευή στο ριπίτ να μου θυμίζει τον σκοπό μου. Ο μικρός κοιμόταν. Αθόρυβα και με το μαξιλαρι. ¨Ένα τράβηγμα και ένα βήμα πιο κόντα στο όνειρο. Όχι δεν ήταν τσίπουρο και ουίσκι. Ήταν η κρυφή μυστικη ουσία της ζωής μας. Η νομοτέλεια .Που πρέπεινα προσεγγίζουμε με θάρρος. Εκείνες τις στιγμές χτύπαγα την πόρτα του θανάτου. Επιτέλους ελέυθερος. Αίμα στα λευκό σεντόνι. Αγνότητα και ζωή.

Έμεναν τα τυπικά. Περίστροφο στην διαλεχτή καρδιά μου. Και ένα τέλος. Χώρις πόνο για πάντα μαζί. Ησυχία.

 

theodorospanagos@gmail.com

 

Μπορείς να το καταλάβεις από την άνεση που ανάβει το τσιγάρο και της το δίνει μετά.
Από τον τρόπο που μπορεί να πιει μια γουλιά ποτό από το ποτήρι της.
Από την ευκολία με την οποία μπορεί τυχαία να αγγίξουν τα χέρια τους, ή να ακουμπήσουν τα σώματά τους, χωρίς να νιώσουν ούτε για μια στιγμή άσχημα.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι, έχουν βρεθεί ξανά, μαζί , στο παρελθόν.
Έχουν αγκαλιαστεί τα σώματά τους, έχουν κοιμηθεί και έχουν ξυπνήσει αγκαλιά.
Μπορεί να βρίσκονται σήμερα τυχαία, στο ίδιο δωμάτιο, να συνοδεύονται από άλλους ανθρώπους, να ήρθαν μόνοι τους ο καθένας.
Αλλά, έχουν υπάρξει μαζί!
Και αυτή η καταραμένη οικειότητα που έχει απομείνει μεταξύ τους, δεν κρύβεται από το έμπειρο μάτι του παρατηρητή.
 Μπήκα στο δωμάτιο αργοπορημένη, και αφού ζήτησα συγγνώμη κάθισα στη μόνη άδεια θέση, ακριβώς απέναντί σου.
Στρωθήκαμε αμέσως στη δουλειά, το πρόγραμμα ήταν γεμάτο και ο χρόνος περιορισμένος.
Στο διάλειμμα, βρεθήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλον, να ζητάμε τα ποτά μας από το μπαρ.  Έκανα να ψάξω στην τσάντα μου για τσιγάρα και μου έτεινες το δικό σου ήδη αναμμένο. Το πήρα και απομακρύνθηκα διακριτικά, καθώς πλησίαζε η γυναίκα σου.
Όλη την υπόλοιπη ώρα, κρατηθήκαμε μακριά ο ένας απ’ τον άλλον.
Στο τέλος της σύσκεψης, σου έτεινα το χέρι για να σ’ ευχαριστήσω για την βοήθεια.
Μια στιγμιαία επαφή, που έφερε πίσω άπειρες αναμνήσεις και συναισθήματα.
Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν, τα χείλη μας έμειναν ακίνητα στο πιο δυνατό μα, αόρατο φιλί που ανταλλάξαμε ποτέ οι δυο μας!
Κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Τα σώματα που έχουν αγαπηθεί, έχουν άλλη μυρωδιά…

 

Μ’ακούς; Γράμματα σ’ ένα φανταστικό εραστή, Εκδόσεις Φίλντισι 2011

Ο γιατρός λέει πως τα ξημερώματα τυχαίνει να συμβαίνουν οι περισσότερες αυτοκτονίες.

04:44 ευλογημένη ώρα: να περπατώ στο δρόμο και ν’ ακούω τον εαυτό (μου)· εμένα (εγώ). Η τελευταία. Που έτρεχα να φύγω μακριά μονάχους-μονάχους, σφιχτοδεμένη με το λουρί από το ρολόι μου. Που γυρνάω σαν την τρελή παρέα με τα τριάντα μου χρόνια, τις τρεις ρυτίδες έκφρασης και τα σαράντα νούμερο γοβάκια μου. Που υπολόγιζα τη διορία μου με κρατούμενους έρωτες· τις αντοχές μου με χωρισμούς διαιρέτες· τη διάθεσή μου με δισκία σεροτονίνης και φιάλες βότκας.

Ο γιατρός λέει πως όταν βρέχει οι άνθρωποι μελαγχολούν. Συντονίζονται με τη φύση και ξεπλένονται.

Μαλακίες! Εγώ δεν μελαγχολώ. Ούτε συντονίζομαι. Εγώ θυμώνω. Εγώ θέλω να βρέχει, για να βρέχομαι. Τόσο απλά… Και να μπερδεύω τους ήχους. Του ρολογιού. Των τακουνιών. Δεν ξέρω ποιος είναι τι. Ρετσιτατίβο η βροχή; Άρια το κλάμα μου. Φούγκα τα τακούνια στο πεζοδρόμιο; Με αντίστιξη να απλοποιούν τους ήχους τα παλαμάκια μου.

Πάντα όταν ήμουν μόνη χτυπούσα παλαμάκια. Παιδικά τραγούδια δεν έμαθα ποτέ. Ούτε έπαιζα στην αυλή με τα άλλα κορίτσια. Λάσπωνα τα μούτρα μου και τα γόνατά μου παρέα με τα αντρογύναικα.

Ο γιατρός λέει πως όταν παίρνει να χαράζει ο άνθρωπος γίνεται πλαστελίνη. Και τον πλάθουν. Οι φόβοι. Οι εμμονές του. Γι’ αυτό φυγαδεύει αυτοχείρως και ανυπερθέτως τα όριά του.

Όμως εγώ δεν βλέπω ποτέ το ξημέρωμα. Γυρνάω σπίτι βρεγμένη και ασπόνδυλη, μαλακή και πρησμένη απ’ το κλάμα και ρουφάω με καλαμάκι τη διαλυμένη στο νερό φαρμακευτική μου ευθυμία.

Μετράω: ένα προβατάκι, δύο προβατάκια, τρία προβατάκια. Στα δώδεκα παίρνω την αγέλη των αμνών και την κοιμίζω σ’ ένα αυτοσχέδιο αμνιακό τσουβάλι. Και μετά πάλι απ’ την αρχή. Ώσπου να μπει το φως. Ώσπου να αρνηθώ να δω το φως.

Μην με διακόπτεις. Μου θυμίζεις εκείνον. «Κυρία μου, ο χρόνος μας τελείωσε. Ραντεβού σε μία εβδομάδα. Φροντίστε να μην παραλείψετε πάλι κάποια από τις δόσεις σας».

Moleskine, γράφει: Δεν έχω χρόνο για να τελειώσει.

Υπονοεί: Ας ασχοληθεί κάποιος με την καρδιά μου.

Σου έλεγα -πριν με διακόψει αυτός ο ηλίθιος- πως τις νύχτες που πρόκειται να βρέξει τις ξεχωρίζω. Ντύνομαι. Νύφη. Φοράω τακούνια. Όμορφα να πονάει ακόμα και η άσφαλτος…

Τακούνια και ρολόι: σφαγή δρόμου· αγχόνη χρόνου. Τικ… Τακ… Τικ… Τακ…

 Όμορφη που γινόμουν εκείνες τις νύχτες… Σωστή κυρία· ντυμένη θάνατος· συντροφιά με τον Νικ· καλοστημένη υπνοβάτισσα· Κασσάνδρα δικών μου κακών: ψιθυρίζοντας ασθματικά τις “Murder Ballads” ν’ αναπνέω έμπλεες ελπίδες.  

Ο Νικ, τα τακούνια, το ρολόι και το μαύρο νυφικό μου: σύνθεση μεταμοντερνιστικής αισθητικής πάνω στο καβαλέτο του πιο αδέξιου γλύπτη. Της ζωής μου.

Ο δεύτερος γιατρός -που δεν με διέκοπτε, ούτε έτρωγα ώρες πολλές με κίνηση και ήλιο, για να θρονιαστώ στην αποστειρωμένη, δερμάτινη, συμβουλευτική του μαστούρα- έλεγε πως όταν βρέχει τα αγαπημένα ζευγάρια αγκαλιάζονται στο κρεβάτι και βλέπουν «ντι βι ντι».  Άκου λέξη! «Ντι βι ντι!». Αστειότατη κατά τ’ άλλα, παρά το δράμα μου.

Ναι, αλλά εγώ ούτε ζευγάρι έχω, ούτε «ντι βι ντι». Τον κοιτούσα σαν χαζή όταν επέμενε πως η διάγνωσή του είναι σωστή. Κι έλεγε πως φταίω. Κι έλεγε πως αφού ούτε μεθαμφεταμίνες παίρνω, ούτε κόκα, ούτε επιδίδομαι συστηματικά σε οργιώδεις περιπτύξεις, φταίω. Γιατί η ψυχοσύνθεσή μου αδίκως ανισορροπεί. Δεν υπάρχει παθογένεια. Μόνο εμμονή. Υπάρχει μόνο εμμονή πόνου άνευ υπαρξιακής δρομολόγησης και βαθύτερης καταβολής. Τάδε έφη ο δεύτερος.

Moleskine γράφει: Δεν τον θυμάμαι πια. Μόνο τον σκέφτομαι. Σαν κομμάτι που υπήρξε. Δικό μου. Το παζλ εγώ. Το ανολοκλήρωτο. Κι αυτός η γωνία μου.

Υπονοεί: Το μόνο που λείπει η αυτοκαταστροφή του. Κι η αγάπη.

 Καταλαβαίνεις τώρα; Δεν γιατρεύομαι, γιατί δεν έχω «ντι βι ντι». Γιατί δεν έχω ζευγάρι. Κάλτσα πλυμένη και στεγνωμένη βίαια στο καλοριφέρ της κουζίνας. Το ζεύγος της αγνοείται.

Δεν έχω «ντι βι ντι», γιατί μου το πήρε ο Α. από το σπίτι όταν χωρίσαμε. Αυτός έγραφε -βασικά γράφει ακόμα· δεν πέθανε γαμώτο!- την ομάδα του για να απολαμβάνει τα τέρματα, παρέα με τα ποπ-κορν που του τηγάνιζα εγώ. Ελαφριά, χωρίς μαργαρίνες και λοιπά ζωικά. Κι εγώ περίμενα την ευλαβική θεά ν’ ακινητοποιηθεί από το σφύριγμα λήξης, για να με πάρει αγκαλιά. Σκυλίτσα πιστή με τη γλώσσα έξω. Εγώ. Μονιμότερη η ζητιανιά μου κι από το προσωρινό της αγάπης του.

Κι έτσι πια, όταν βρέχει γυρνάω. Τριγύρω και παντού. “Pata-pata” εγώ να τραγουδώ και πάτα-πάτα με να ικετεύει το πεζοδρόμιο. Πώς γίνεται να νιώθεις μοναξιά με τόσο πέρα δώθε;

Κυριακή – 04:44 – Βρέχει.

Μέσα-έξω.

Ντούμπλεφας.

 

Μοleskine γράφει: Κρύωσαν τ’ άκρα των ονείρων…

Υπονοεί: Μαμά, πού είσαι; Κρυώνω και πρέπει να κοιμηθώ πριν ξημερώσει…

 

Άνευ γιατρειάς θα γυρνάω κι απόψε. Λοξοπατώντας, λάθρα, μονά, ν’ αναζητώ το σκοινί που θα κόψει την -κατά τ’ άλλα- μη παθογενή ψυχεδέλειά μου.

Άκου με! Μην χασμουριέσαι! Και μην ξεχάσεις να με πάρεις τηλέφωνο αύριο. Να με ξυπνήσεις! Θα σου πω τη συνέχεια της ειρωνείας…

Μου το υπόσχεσαι; Γιατί δεν μιλάς;

 

Moleskine γράφει: Και εγένετο σιωπή.

Υπονοεί: Λυτρώθηκα. Ανηλεής ο κόσμος για κραυγές.

www.duendemagazine.gr

 

 

Ήρθαν θυμάμαι ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο.

Κάπου κοντά στην Πρωτοχρονιά. Δεν τους περίμενε κανείς, δεν είχαν δώσει προηγουμένως κάποιο σημάδι έλευσης. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή.

Τα τελευταία ψώνια, καφέδες απεριορίστου διάρκειας λόγω αδειών, συγγενείς να επισκέπτονται για έναν καφέ και να φεύγουν χαράματα, μυρωδιές από κουλούρια και τσουρέκια, όλα έστηναν ένα προεόρτιο σκηνικό, τόσο γνώριμο, τόσο ίδιο, τόσο προβλεπόμενο λες κι αυτό που γιορτάζονταν ήταν η ιερά στασιμότητα, η οσία πλήξη, η άσπιλος ρουτίνα, η αμόλυντος συνήθεια.

Η χρόνια που κόντευε να λήξει, ήταν μία από τις χειρότερες που είχα περάσει. Μου είχαν πάει όλα απρόβλεπτα καλά. Είχα πάρει προαγωγή και αύξηση, είχα παντρευτεί, είχα ξεχρεώσει το δάνειο για το σπίτι και είχα προλάβει να κάνω και δύο ταξίδια στο εξωτερικό, το ένα μάλιστα με όλα τα έξοδα πληρωμένα από την εταιρεία. Όλα κυλούσαν ήρεμα και ήσυχα, χωρίς τίποτα να απειλεί αυτή την ομαλότητα. Ακόμα κι αν κάποιο ανεπαίσθητο προβληματάκι έκανε δειλά την εμφάνισή του, προτού προλάβω να ανησυχήσω στο ελάχιστο, σαν από μηχανής θεός, ένα χέρι θεϊκό έκανε παρέμβαση και προτού ακόμα εκδηλώσω ψήγματα ανησυχίας, το πρόβλημα όχι μόνο λυνόταν αλλά η εξέλιξη ήταν τόσο ωφέλιμη που το προβληματάκι μόνο καλό είχε εν τέλει κάνει στη ζωή μου.

Είχα αρχίσει να κουράζομαι και να πέφτω σιγά σιγά στην κατάθλιψη. Δεν άντεχα τόση σιγουριά, τόση ευτυχία, τόση αγάπη, τόση πληρότητα, τόση καλοπέραση. Ήθελα κι εγώ να στεναχωρηθώ για κάτι, να ανησυχήσω, να πονέσω, να φοβηθώ. Μα η ζωή δεν με άφηνε. Για κάποιο λόγο με τιμωρούσε με απαράμιλλη ομορφιά και ευτυχία. Μα ο άνθρωπος, ως ον ατελές δεν είναι κατασκευασμένος για το πλήρες. Βραχυκυκλώνει, αλλοφρονεί, ψυχαναλύεται.

Εκείνες οι μέρες ήταν μέρες καταστολής. Είχα αρχίσει να αποδέχομαι στωικά την ολοκλήρωση. Πού και πού συμμετείχα σε συζητήσεις ακούγοντας τα προβλήματα άλλων ανθρώπων και ηδονιζόμουν κρυφά φαντασιώνοντας ότι ήμουν εγώ αυτή που υπέφερε.

Ήταν μία κάποια λύσις. Κάποια παρηγοριά. Φυσικά κι αυτό δεν κρατούσε και πολύ, γιατί αργά ή γρήγορα οι συζητήσεις κατέληγαν σε μένα με τη φράση τι ανάγκη έχεις εσύ, όλα καλά σου πάνε, φράση η οποία κυριολεκτικά με ισοπέδωνε και με φόρτωνε ενοχές.

Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα να συμμεριστεί τον πόνο μου. Εκείνες τις μέρες μόνο μια ευχή είχε κατασκηνώσει μέσα στο κεφάλι μου και δεν έλεγε να φύγει. Ευχόμουν δυνατά κάτι να αλλάξει. Κάτι να συμβεί. Κάτι να σπάσει αυτή τη θανατερή ρουτίνα.

Κι όσο κι αν δεν το περίμενα, η ευχή μου τελικά εισακούστηκε.

Ήμασταν όλοι καθισμένοι γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι μυρωδιές έσπαγαν μύτες, τα εδέσματα λαχταριστά και προκλητικά, το κρασί παλιό και μεστωμένο, τρώγαμε και τσουγκρίζαμε και ευχόμασταν καλή χρονιά ο ένας στον άλλο, ώσπου ένας θόρυβος εκκωφαντικός πάγωσε τους πάντες. Η μεγάλη τζαμαρία είχε γίνει θρύψαλα. Ένα ποτήρι που ήρθε από το υπερπέραν θρυμμάτισε το ψυχρό τζάμι ανοίγοντας μια πόρτα προς τον κήπο. Σε δευτερόλεπτα, κι άλλα ποτήρια γεμάτα κόκκινο υγρό πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Όλοι έσκυβαν και τσίριζαν ταυτόχρονα. Εγώ γελούσα, έλεγα ήρθαν επιτέλους, ήρθαν. Τα ιπτάμενα ποτήρια δεν άδειαζαν ποτέ. Λες και είχε πάθει αφαίμαξη όλη η οικουμένη.

Κατόπιν τα ανθρωπάκια με τα άσπρα ήρθαν, με έντυσαν κι εμένα στα λευκά και πήγαμε σπίτι μας.

Πραγματικά, εδώ δεν μου λείπει τίποτα. Κι ας λένε όλοι οι υπόλοιποι ότι μου έστριψε κι άρχισα να εκσφενδονίζω ποτήρια γεμάτα κόκκινο κρασί πάνω από το γιορτινό τραπέζι. Εγώ ξέρω καλά πως τα ιπτάμενα ποτήρια με έσωσαν, κι όσο κι αν όλοι πια ανησυχούν για μένα, εγώ νιώθω μια τεράστια ανακούφιση.

 

 

Eπειδή δεν έχει προϋπάρξει αυτή η νύχτα, μυρίζει Θοραζίν ελεγχόμενης δόσης, λιωμένη μπίρα και παγωμένα κεφάλια. Θα μπορούσε να συμβαίνει το εντελώς ανάποδο αλλά μια κενή γραμμή σαν υμένας καλύπτει τις στέρεες σημασίες του κλονισμού μου. Πέτρα πάνω στην πέτρα ο δημόσιος ουρανός θυμίζει κάτι από την αρματωσιά του πληγωμένου του εαυτού. Πάλι καλά που λείπουν τα πουλιά και δεν χρειάζεται να σβήσει τίποτα από το μαυροπίνακα.

Παρατηρώ το τεθλασμένο στίγμα της πόλης και λέω συνωμοτικά στον εαυτό μου:ρυπαρή νεκρόπολη, αγαπημένο μου Λονδίνο, το σάβανό σου γίνεται απόψε αερόστατο.

Κείτομαι ανάμεσα σε δύο υπαίθριες τελείες που περιβάλλουν μια κραυγή ανερμήνευτη, σαν σπασμένη γραβάτα που χτυπήθηκε αναίτια από τους καιρούς και τις άλεκτες καταιγίδες.  

Λέω να μείνω εδώ. Είναι ήσυχα εδώ, στο σαπισμένο βύθισμα της πόλης με παράθυρα κλειστά σαν ναυαγισμένα φρύδια και τακούνια που πηγαινοέρχονται μεταφέροντας ρεκλάμες από επικείμενους σκοτωμούς, σε πλαστικές σακούλες σούπερ μάρκετ. Όλα σε τιμή ευκαιρίας γιατί είναι η Παρασκευή των άνεργων ημερών και ως συνήθως οι καλύτερες μάχες δίνονται όταν έχεις ολότελα παραδοθεί.

Λέω να φορέσω και το καπέλο μου, άρχισε να ραντίζει σαρκωμένες βελόνες που έχουν τη μυρωδιά  του αίματος και πρέπει επιτέλους να διαλέξω στρατόπεδο. Με ποιους είμαι, ποιους αφήνω και αν θα με βρουν ποτέ να ξέρουν να με τοποθετήσουν στη σωστή στατιστική συστοιχία κρεάτων.

Μου αρέσει που μεταμορφώνομαι σε αδέσποτο φίδι. Εξελίσσεται σε μαγεία.. Είμαι ο πρώτος μεταξύ ίσων ναυαγίων που βλέπει το αρχαϊκό κεχριμπάρι της νύχτας να ντύνεται με το δέρμα των χρυσαλλίδων. 

Ω, πόσο με τρομάζει αυτή η μελανή αντήχηση της αιωνιότητας που είναι θαμμένη σε μια νύχτα που ράβει εκκεντρικούς μαιάνδρους πάνω στο στήθος μου. 

Και ω, πόσο γλυκά τα πόδια μου χύνονται στο κρύο ντύμα του δρόμου τρομάζοντας τους περαστικούς με την τόση επιδεξιότητά μου. Μην με κοιτάτε έτσι. Δεν είμαι τόσο κακός. Τα νύχια μου φταίνε, που είναι κίτρινα σαν χιόνι πατημένο από τις τόσες απογοητεύσεις. Είχα να θάψω και νεκρούς, τι να έκανα; Με τα χρόνια έμαθα να περπατάω τυφλός σε ένα λαβύρινθο κουρελιών και ιδού τώρα τα αποτελέσματα.  

Σήμερα μέτρησα πέντε λίρες στη σόλα του παπουτσιού μου χωρίς καν να χρειαστεί να τραγουδήσω στον υπόγειο μεταξύ των σταθμών Hyde Park και Charing Cross.

Χθες αποκόμισα κάτι λιγότερο.

Ίσως γιατί είχα ήδη πεθάνει και δεν άξιζε τον κόπο η παράσταση.  

 

http://adespotosskylos.blogspot.com

 

Ήμουν τυχερός, πολύ τυχερός. Προφανώς δεν με επέλεξαν γιατί θεώρησαν ότι είχα περισσότερες πιθανότητες να ξεφύγω. Είναι άδικο, αλλά πάντα την πληρώνουν οι πιο αδύναμοι.

Άδικο! Πόσο σχετικό είναι κι αυτό. Το άδικο για κάποιους αποτελεί το λόγο ύπαρξής μου σήμερα. Κι αυτό δεν μπορεί να είναι άδικο.

Γιορτινές μέρες, όλοι ντυμένοι στην πένα. Έπινα τον καφέ μου στο κέντρο της πόλης με καμπόσους από τους καλοντυμένους συμπολίτες μου. Κάτι τέτοιες ευκαιρίες περιμένουν και οι θαλάσσιες τίγρεις για να επιτεθούν. Άφθονη λεία, εύκολα θηράματα. Στα λεξικά φράσεών μας, δίπλα στη φράση «εύκολο θήραμα» θα έπρεπε να βάλουν τη φωτογραφία εκατό ανθρώπων καθισμένων σε μια καφετέρια να ρουφούν τον καφέ τους λαίμαργα και να κοιτούν ανήσυχα δεξιά κι αριστερά για πιθανό διώκτη.

Θυμάμαι ότι ίσα που ακούστηκαν κάτι φωνές από απόσταση να αχνοπρολογίζουν την επίθεση αλλά πού να προλάβουμε να αντιδράσουμε. Μουλωχτά ζώα. Κολυμπούν ως το λιμάνι, βγαίνουν γρήγορα στο μώλο και αναπτύσσουν τεράστιες ταχύτητες. Μέχρι να τις δουν οι πρώτοι άνθρωποι και να ειδοποιήσουν, έχουν ήδη φτάσει στον προορισμό τους. Ναι, πάντα ξέρουν που χτυπούν. Και πότε. Πέρυσι την ίδια εποχή είχαν φάει καμπόσους στο καφέ “Τουλούζ”.

Όσο γρήγορα τρέχουν, κολυμπούν. Διανύουν μεγάλες αποστάσεις υποβρυχίως οπότε είναι δύσκολο να τις εντοπίσει κανείς. Και κυνηγούν πάντα σε αγέλες. Έτσι προστατεύονται αλλά και περικυκλώνουν τα θύματά τους.

Όταν χίμηξαν στην καφετέρια, άλλοι άρχισαν να τρέχουν, άλλοι παρέμειναν στη θέση τους κοκαλωμένοι να τρέμουν σύγκορμοι κι άλλοι έπεσαν στα γόνατα και κάλυψαν τα κεφάλια τους. Ειδικά οι τελευταίοι, δεν ξέρω τι νόμιζαν ότι θα καταφέρουν. Πρέπει να είχαν δει κανένα ντοκιμαντέρ του στυλ «πώς να προστατευτείς όταν σου επιτεθούν σκυλάγριοι», και μπέρδεψαν τα ζώα. Το λέω γιατί οι θαλάσσιες τίγρεις καταπίνουν, σα σε σφηνάκι, χέρια, κεφάλι και τον μισό κορμό μαζί.

Όσοι τρέξαμε γλιτώσαμε κι αυτό γιατί πάντα αυτοί που μένουν είναι αρκετοί για να χορτάσουν την πείνα των μεγαλόζωων. Δεν κράτησε δέκα λεπτά η επίθεση και η βρώση των θυμάτων και οι θαλάσσιες τίγρεις εξαφανίστηκαν όπως είχαν εμφανιστεί. Εδώ θα ταίριαζε το «από το πουθενά» αλλά ό,τι ταιριάζει με κάτι άλλο, δε συμβαίνει αναγκαστικά. Αφού εμφανίστηκαν από κάπου και συγκεκριμένα από το λιμάνι, δεν μπορεί παρά από κει να εξαφανίστηκαν.

Οι περισσότεροι από εμάς επιστρέψαμε στις όποιες θέσεις είχαν μείνει όρθιες και συνεχίσαμε τα υπολείμματα καφέ ή παραγγείλαμε άλλους. Δεν υπάρχει πιο ασφαλές καταφύγιο από το σημείο στο οποίο έχουν μόλις επιτεθεί οι θαλάσσιες τίγρεις. Άλλα μεγαλόζωα δεν πρόκειται να έρθουν σύντομα γιατί έχουν προλάβει πριν φύγουν να σημαδέψουν κατουρώντας την περιοχή και εκείνες είναι αρκετά χορτασμένες ώστε να μείνουν σε απόσταση για μερικές ημέρες. Η μυρωδιά των κάτουρων και του ωμού κρέατος συνηθίζεται γρήγορα. Οι πρώτες δύο, τρεις επιθέσεις είναι δύσκολες.

Ναι, είναι αλήθεια πως τις έχουμε συνηθίσει αυτές τις επιθέσεις. Μια ζωή προσπαθούμε ξεφύγουμε από δαύτες και άλλες όμοιές τους. Μάχη μας την έμαθαν τη ζωή από όταν ήμασταν νιάνιαρα και κρυβόμασταν από τις σπουδαιο-ύαινες – εκείνη την εποχή ήταν ο πιο σημαντικός εχθρός μας – μάχη εξακολουθεί να είναι και τώρα, μόνο που έχει αλλάξει ο εχθρός.

Να πω την αλήθεια, άλλη ζωή δεν μπορώ να φανταστώ. Μια ζωή χωρίς κυνηγητό και αγώνα για να παραμείνω ζωντανός, μου φαίνεται σχεδόν παράλογη. Μάλλον, καλύτερα, μου φαίνεται αφύσικη. 

Πώς θα ήταν διαμορφωμένη μια κοινωνία που δεν υπακούει τους νόμους της ζούγκλας; Πώς θα ζούσαμε αν ήμασταν λιγότερο ευάλωτοι, αν μόνο τρώγαμε τα υπόλοιπα ζώα και δεν μας έκαναν ό,τι κάνουμε και εμείς σε ουκ ολίγα από δαύτα; 

Αν δεν προετοιμαζόμουν στη μισή ζωή μου για να ξεφύγω από τους διώκτες μου που θέλουν να με φάνε ζωντανό, ώστε την υπόλοιπη μισή ζωή μου να τρέχω να τους ξεφύγω, τότε… Αλήθεια, τι θα έκανα; Θα έπρεπε να βρω κάτι εξίσου δημιουργικό να κάνω και στα δύο μισά της ζωής μου. Άσε τώρα, δεν είμαστε για τέτοια.

 

www.IslandOfMan.me

   

 

   

 

Τα τελευταία χρόνια έβλεπε συχνά εφιάλτες. Παχύρρευστο κύμα να ορμά κατακόρυφο και να την πνίγει. Χωρίς την παγωμένη αίσθηση νερού. Με εκείνη την πνιγηρή υγρασία της ζέστης. Σα λάβα. Έφερνε μέσα του συντρίμμια από κόσμους στεριάς και θάλασσας, αυτοκίνητα και πλοία, τούβλα και μαδέρια, δέντρα και βράχια.

     Ξυπνούσε μες στα ερείπια. Ο εφιάλτης συνεχιζόταν. Χωρίς κύμα ήταν ακόμη χειρότερος. Το νερό λιγοστό. Ο αέρας δύσκολα ανασαίνονταν. Και η περίπτωση να πεθάνεις μια κι έξω ελάχιστα πιθανή. Έπρεπε να δεις πρώτα τις σάρκες σου να λιώνουν.

     Ζούσε πλέον σε μια από τις ομάδες. Έμεναν μες στα χαλάσματα. Μεγάλα τα ανοίγματα, τρύπες κρανίων, τις έκρυβαν ελάχιστα από τους περαστικούς, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Σ’ αυτούς τους δρόμους τα παλιά χρόνια κινδύνευες από τ’ αυτοκίνητα. Τώρα φοβάσαι τα χαντάκια  που ολοένα πλαταίνουν ξερνώντας αέρια. Μα όλοι τρέμουν πιο πολύ τη βροχή. Τρύπες ανοίγει στο δέρμα, κολλά το ύφασμα, σάπιες πληγές.

 

Κάποτε, σκεφτόταν, άγνωστο πια πόσο παλιά, σιχαινόταν τους σκορπιούς. Όποτε τους χρησιμοποιούσαν σε νούμερα του τσίρκου, έστρεφε αλλού το κεφάλι. Στα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης, ήθελε να αλλάξουν αμέσως κανάλι. Στα βιβλία, όταν έβλεπε τη σκοτεινή τους φιγούρα, φρόντιζε να μην αγγίξει καν στο σημείο της σελίδας, όπου βρισκόταν η φωτογραφία.

      Τώρα έχει συνηθίσει στην ιδέα. Όλα ξεκίνησαν, όταν συμμετείχε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ.

      Το τσιμέντο ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους ήταν ακόμα ζεστό από τον καυτό ήλιο. Στην αρχή παρέμεινε μες στις σκιές. Έπειτα πρόβαλε σιγά σιγά στο αδύναμο φως ημίγυμνο το κορμί της∙ δεν δυσκολεύτηκε να τον πλησιάσει, αν κι αυτός φοβόταν κάπως στην αρχή. Στριφογύριζε σαν πληγωμένο ζώο. Γυάλιζε σαν ιδρωμένο άλογο. Κάτι στην μυρωδιά του την λίγωνε.

     Μια γυναίκα με γκρίζο φόρεμα κρυμμένη πίσω από την ανεμογεννήτρια παρακολουθούσε σιωπηλή. Μολυσμένος ο αέρας μεθούσε τα μαλλιά της. Η ανάσα βαριά από προσδοκία. Στο χέρι της σπίθιζε η λεπίδα. 

     Μόλις αυτός έχυσε βαθιά μέσα της, της ένευσε κρυφά να πλησιάσει. Ξαπλωμένη τον κρατούσε σφιχτά μέχρι να μην αντιστέκεται πια, ώστε να μπορέσει η άλλη μετά να τον τεμαχίσει. Δεν διακινδύνευε να ανασηκωθεί και να χαθεί το πολύτιμο σπέρμα του.

     Το κεντρί, σκεφτόταν καθώς περίμενε να δράσει το δηλητήριο,  κρυβόταν σχετικά εύκολα κάτω από τον ανάλαφρο χιτώνα. Το ίδιο και η αριστερή πλευρά, προϊόν βίαιης μεταλλάξεως. Γι’ αυτό και δεν θα δυσκολευόταν ούτε τις επόμενες φορές, κάθε που θα περίμενε υπομονετικά στο σκοτάδι…

Μακριά κοφτερά δάχτυλα, άθιχτο διάφανο δέρμα, σφιχτά στρογγυλά στήθη, κατάμαυρα μαλλιά. Δεν ήταν άδικα η επίλεκτη αναπαραγωγής της ομάδας.

 

Είστε πλέον τόσο λίγοι. Εμείς ελάχιστα γόνιμες. Και το κρέας δυσεύρετο μετά την καταστροφή.

annaafen@hotmail.com

 

Υπήρχε κάποτε η χώρα της αφθονίας. Κάτι από εδώ κάτι από εκεί, μπόρεσα να πείσω έναν γηγενή που γνώρισα να με πάρει μαζί στο ταξίδι της επιστροφής του. .
Μετά από κάμποσες ώρες και αφού περάσαμε όλα τα χρώματα της δικής μας επικράτειας, βρεθήκαμε σε μια στενή πύλη ενός τεράστιου μαντρότοιχου.
Αφού κοιτάξαμε τον αμίλητο φύλακα,μπήκαμε στην παράξενη πολιτεία.
 
Περπατούσαμε δίπλα – δίπλα σε μια τεράστια λεωφόρο με πανύψηλα γκρίζα κτίρια. Ένοιωθα σαν να με πάταγε κάποιος στο στήθος και όσο κι αν έψαχνα δρόμους κάθετους να φύγει το μάτι μου, ήταν απέλπιδο.Στο ύψος μου, οποιαδήποτε περιστροφή της κεφαλής δεν ωφελούσε στην όραση.Έστρεψα προς τα πάνω. Ακόμη και έτσι το αίσθημα δεν ήταν ευχάριστο. Τόσο ψηλές κατασκευές σαν να συγκλίνανε στο άκρο τους. Μια τρομάρα με κατέλαβε. Λες και είχα μπει σε καταραμένο λουτρό. Όσο περπατούσα μπροστά ένοιωθα να απορροφούνται τα πάντα στο μαύρο της ασφάλτου. Θέλησα να μιλήσω, να μοιραστώ τους φόβους μου,μα ένας αδιόρατος βόμβος με κρατούσε ανίκανο να τον προσπεράσω.
Σκέφτηκα να φωνάξω. Άνοιξα το στόμα μου και το μόνο που κατάφερα ήταν να βομβίσω και εγώ. Δεν το δοκίμασα ξανά. Απλά περπατούσα μαζί με τον άλλο.
 
Κόσμος υπήρχε πολύς. Όλοι σκυμμένοι και με γρήγορα βήματα έμπαιναν σε ατελείωτα καταστήματα στα ισόγεια των πανύψηλων κατασκευών. Καταναλωτικοί παράδεισοι. Και το παράδοξο, δεν απαιτούσε κανείς χρήματα. Έδινες απλά τον κωδικό της ταυτότητάς σου και αυτό ήταν. Έβγαινες φορτωμένος απίθανα πράγματα. Αν δεν μπορούσες να τα κουβαλήσεις,το κατάστημα αναλάμβανε την παράδοση κατ’ οίκον.
 
Φυσικά ως ξένος δεν είχα κωδικό.Δεν χρεώθηκα και κανείς δεν με χρέωσε. Αν και το ήθελα πολύ να τα πάρω όλα.Ειδικά τις χρυσές οδοντογλυφίδες με το ζαφείρι για σήμα στην κορυφή. Επιπλέον ο διπλανός μου βιαζόταν να πάει σπίτι του. Είχε ήδη σπαταλήσει όλες του τις επιθυμίες στην αγορά μιας νεόδμητης κατοικίας.Το παράδοξο ήταν ότι κανείς δεν γέλαγε σε κείνο το παζάρι. Ακόμη και τα παιδιά είχαν ίσως πειστεί ότι, παρά τα τεράστια κουτιά που κρατούσαν στα χέρια τους, η όποια σύσπαση του προσώπου μάλλον ήταν ντροπή στην χώρα αυτή.
«Άλλος πολιτισμός» διαπίστωσα και κάπου βαθιά μέσα μου αναδύθηκε μια εικόνα του τόπου μου. Ο διπλανός μου αμέσως με υποψιάστηκε ζηλότυπα.
 
- Εσύ έχεις ιδιοκτησία…, έκανα να αρθρώσω για να του απαλύνω την αίσθηση, μα έτσι που με κοίταξε ένοιωσα ότι σπαταλούσε ακριβώς γιατί δεν είχε τίποτα. Δεν έβγαινε και ο λόγος. Σαν να μην υπήρχε στα μέρη αυτά.
Ο υπόγειος μάς πήγε κατευθείαν στο ζηλευτό προάστιο. Έλεγα και εγώ πως θα ησυχάσει το αυτί μας από εκείνο τον θόρυβο. Μάταια. Κάπου κοντά στο τέλος της διαδρομής αποβιβαστήκαμε. Ανεβήκαμε τις κυλιόμενες σκάλες. Ημίφως κάτω, ένας άψυχος ήλιος επάνω που έσβηνε τη θέρμη του στο ατελείωτο γκρίζο. Ήμουνα παγωμένος. Δεν ήταν τα ρούχα. Άφθονα στις σακούλες των αγορών, μα περιττά για να ντύσεις μοναχικές ψυχές. Φτάσαμε την κατάλληλη ώρα. Ένα τεράστιο φορτηγό ξεφόρτωνε ήδη τα πράγματα του νέου ιδιοκτήτη. Τους έδωσε το κλειδί και με τράβηξε σε ένα εστιατόριο εκεί κοντά. Μπήκαμε μέσα και τα έχασα.Ό,τι τραβάει η όρεξή σου. Διάλεξα θαλασσινά και έφαγα του σκασμού. Το ίδιο και ο άνθρωπός μου. Ήπιαμε και καφέ. Ήταν όμως παράξενο, αφού μόλις φύγαμε από το μαγαζί άρχισα να θέλω πάλι τροφή.
Ακολούθησα βιαστικά τον οικοδεσπότη μου.
 
Το σπίτι ήταν στον τεσσαρακοστό όροφο. Ο ίδιος βόμβος και στον ανελκυστήρα.
Άνοιξε την πόρτα με την κάρτα του. Όλα ήταν στην εντέλεια. Ακόμη και το ψυγείο είχε όλα τα καλά. Άρχισα να περπατάω στο χώρο. Μέτρησα είκοσι βήματα στο πλάτος και είκοσι πέντε στο μήκος στον κεντρικό χώρο. Κάποια στιγμή κόντεψα να χάσω τον ιδιοκτήτη γιατί τα δωμάτια ήταν πολλά. Βρεθήκαμε όμως ξανά προς στιγμήν στη βορινή τουαλέτα. Πρόλαβε και μπήκε. Ευτυχώς διαγωνίως απέναντι υπήρχε και δεύτερη. Εισήλθα και ανακουφίστηκα. Εκ νέου συναντηθήκαμε μπροστά στο ψυγείο. Μα όσες φορές κι αν επαναλήφθηκε το σενάριο, εσωτερικά ένοιωθα ένα κενό. Φοβήθηκα ότι μεταλλασσόμουνα.Θα γινόμουνα τεράστια οπίσθια καρφωμένα σε ένα πελώριο στόμα. Δεν μου άρεσε και σταμάτησα για να δω τη θέα. Άνοιξα την κουρτίνα γιατί μπαλκόνια δεν υπήρχαν και το απέναντι κτίριο μου είπε «γεια». Τα χρειάστηκα και έκλεισα αμέσως.
 
«Τεράστιο σπίτι χωρίς ενοίκους» διαπίστωσα. Δεν τόλμησα να του εκμυστηρευτώ την σκέψη μου. Άλλωστε δεν είχε χρόνο και επιπλέον δεν θα με άκουγε. Ετοίμασε κάποια χαρτιά και βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Είχε πάντοτε δουλειά. Έτρεξα και εγώ από πίσω του. Τι να κάνω και μόνος μου… Αυτή η πόλη με έπνιγε και σίγουρα χωρίς κωδικό δεν είχα δικαίωμα ούτε καφέ να αγοράσω. Ήμουνα και περίεργος να δω τι επαγγέλλεται. Δεν το διαπίστωσα όμως με βεβαιότητα. Αν και είχε κάμποσα πτυχία και μεταπτυχιακά σε κορνιζούλες, δεν με έπειθε. Σίγουρα δεν ήταν από αυτούς που έπαιρναν αποφάσεις.
«Φαντάσου οι ειδήμονες σε τούτη την πολιτεία», έγνεψα στον εαυτό μου. Και όντως το γραφείο του προϊσταμένου του είχε ολόκληρο τοίχο καδράκια με πιστοποιητικά αποφοίτησης από διάσημα πανεπιστήμια και κολέγια. Καθόταν σε ένα μεταμοντέρνο θρόνο και με νεύματα καθοδηγούσε την κίνηση.
 
Τροχονόμος εργασίας αυτός και οι υπάλληλοι,όλοι μορφωμένοι και πειθήνιοι, ακολουθούσαν τις εντολές. Το ρολόι χτύπαγε τις ώρες, μα κανείς δεν το άκουγε. Ήτανε αυτός ο βόμβος…
Μου τράβηξε την προσοχή ένας ιδιαίτερος χώρος που υπήρχε σε κάθε όροφο. «Αναπαυτήριο» έγραφε πάνω στη πόρτα. Ο δικός μου έμπαινε συχνά. Τον ακολούθησα. Ήταν ένας χώρος με κυψέλες κρεβάτια στους τοίχους και ένα εντοίχιο μηχάνημα με καλούδια δίπλα στην είσοδο. Δίψαγα και είπα να πάρω κάτι. Έκπληξη, όλες οι παραγγελίες είχαν να κάνουν με φάρμακα. Βιταμίνες όλων των ειδών. Χημεία για κάθε νόσο και κάθε μαλακία. Απαιτούσε όμως κάρτα και φυσικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία για αγορές. Παρατήρησα όμως τους παρευρισκόμενους και εξεπλάγην.Ήταν το μόνο μέρος στον τόπο αυτό που μετά από την κατανάλωση αρκετών βοηθημάτων οι άνθρωποι μίλαγαν. Άρα δεν ήταν άλαλοι ή φαίνεται ότι ο βόμβος σταμάταγε προς στιγμήν. Υποθέτω, γιατί για μένα δεν άλλαζε τίποτα. Η κάρτα, βλέπετε. Ίσως και η διάθεση για προστασία που είχε ο Πέντε. Έτσι τελικά τον έλεγαν. Όλοι εδώ είχαν αριθμούς για ονόματα. Είδα απέναντι μου κάποιον να πυροβολεί με ψυχραιμία τους γύρω του. Αυτό έκανε εντύπωση μόνο σε μένα, αφού οι υπόλοιποι συνέχισαν να φλυαρούν σε κάτι θεόρατους καθρέφτες.
 
«Χαρά στην επικοινωνία», ειρωνεύτηκα σιωπηλά και έφυγα χωρίς να νοιάζομαι για τη συνέχεια. Η όλη υπόθεση ήταν μια διαστροφική απάτη.
«Όχι για μένα!», φώναξα σχεδόν πραγματικά και άρχισα να τρέχω. Βγήκα στο δρόμο και για καλή μου τύχη, ως σίφουνας, έφτασα στη στενή πύλη.
«Δύο βήματα ακόμα», λέω μέσα μου να πάρω κουράγιο.
«Ένα», και πάνω που λέω «δύο»ένα χέρι πιάνεται από το σακάκι μου.
- Παναγιά μου, αναφωνώ και φαντάζομαι τα χρόνια μου σε αυτή τη φυλακή της αφθονίας και του νοός. Μα κάνω υπεράνθρωπη προσπάθεια και χωρίς ενδοιασμούς καταφέρνω το δύο και απελευθερώνομαι λυτρωτικά.
- Αχ! Σ’ ευχαριστώ, μου λέει ο Πέντε που σύρθηκε γαντζωμένος από το σακάκι μου έξω στη δική μας γη, στη ζωή των αισθήσεων.
 
 
E – mail: dmagrip@yahoo.gr 
http://facebook.com/dmagrip
 

 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Πρώτη. Και σχεδόν αμέσως δευτέρα .Βράδυ και στην Σταδίου όλα θυμίζουν σφηκοφωλιά. Τυχαία κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάθε δευτερόλεπτο κάποιος να βγάζει φλας να μπαίνει στην άλλη λωρίδα και να συνεχίζει. Σαν να το κάνει χωρίς σκοπό. Άδειος και δεξιά. Να περιμένεις το επόμενο χέρι. Κολλημένο στο οποιοδήποτε σώμα. Χέρι και μια φωνή. Και να σταματάς ξαφνικά. Προς τον επόμενο προορισμό. Οπουδήποτε και παντού. Αεροδρόμιο, Ομόνοια και Μαβίλη. Σύνταγμα, Λαρίσης, Πειραιάς. Στο επόμενο στενό ή και μακριά στο απομονωμένο προάστιο. Οι άνθρωποι μετακινούνται και μαζί τους εγώ. Υπηρεσία. Κάθε πρωί συντεταγμένο το άγνωστο. Από το χέρι να ξεκινάει εκ νέου η σύμβαση. Κινούμαι άρα υπάρχω. Υπάρχεις για να κινείσαι.

Από τις δύο. Το συνήθιζα όλο και συχνότερα. Ξύπναγα βράδυ έφτιαχνα τεράστιο καφέ και ξεκίναγα. Η άδεια πόλη .Διαδρομές στο σκοτάδι. Νευρικό ακόμα και αυτό το τσιγάρο. Πιάτσα στην πλατεία Συντάγματος. Τεμπελιά. Όλα νόμιμα και κανονικά. Ιεραρχία της στιγμής. Όλοι ίσοι ξαναγεννημένοι κάθε ένα τέταρτο .Τυχερές κούρσες και άλλες όχι τόσο . Ταξίδια στην Εκάλη. Σαν το καλύτερο σεξ. Και μισοριξιές μέχρι το Παγκράτι. Ένα φευγαλέο φιλί πριν μαζευτεί σπίτι η νεαρή. Άλλες φορές ώρα πολλή. Όλα παγωμένα ,αναμονή για το επόμενο σοκ. Συνεχώς ο κόσμος να ζητάει. Υπηρεσία. Με τον καιρό όλο και κάτι μαθαίνεις. Τα καταφέρνεις και καλύτερα. Τα πάνω και τα κάτω. Όλα συνηθισμένα και καμία έκπληξη. Όταν μάθεις να δουλεύεις πραγματικά εισέρχεσαι σε νέα στάδια. Θεόρατη και αφόρητη μικρή πλήξη .Και να ψάχνεις συνέχεια για νέα αντίδοτα.

Πέρασαν μέσα από την δεξιά πίσω πόρτα. Στο ραδιόφωνο λυπητερά λαικά του εξήντα και στο μυαλό μου συνεχής κατάληψη από το απόλυτο τίποτα. Άλλο ένα ζευγάρι. Φαίνονταν όμορφοι νέοι και πλούσιοι. Πιο ψηλοί από τον μέσο Αθηναίο, πιο καλοντυμένοι και πιο όμορφοι. Η κοπέλα ήταν βαμμένη ελάχιστα .Μακρύ ακριβό παλτό και αθλητικό σώμα. Ο νεαρός θα μπορούσε άνετα να είναι ηθοποιός. Ελαφρά πιωμένοι και οι δυο τους. Στο Σύνταγμα μπαίνουν συχνά τέτοια ψάρια. Συνήθως κοντινές κούρσες .Τι πιο πολλές φορές τέτοιοι τύποι μένουν σε διάφορες συνοικίες του κέντρου. Ρώτησα ευγενικά που θα τους πήγαινα. Η πρώτη έκπληξη. Συνήθως περιμένω μικρές βόλτες μέχρι τον Βύρωνα ή την Καισαριανή. Μεταξουργείο και Γκάζι. Οι νεαροί είχαν όμως όρεξη. Ρίτζενσι Καζίνο Μοντ Παρνές.

ΜΑΝΟΣ

Μπήκαμε όπως-όπως στο πρώτο ταξί. Εκείνη με κοίταγε συνεχώς εδώ και ώρα. Είχα σκοπό να μην ανταλλάξω κουβέντα. Μας ρώτησε που πάμε. Υπό προυποθέσεις ακόμα και αυτή η ερώτηση τείνει να γίνεται δύσκολη. Πάρνηθα, στο καζίνο, απάντησα, προχωρήστε και θα σας πω. Πάντα μίλαγα στους ταξιτζήδες στον πληθυντικό. Ήταν ένα μικρό ,έξυπνο κόλπο για να μην προσπαθήσουν να σου πιάσουν κουβέντα. Εκείνη κοίταζε από το παράθυρο όπως απομακρυνόμασταν από την πλατεία. Το γνώριμο δρομολόγιο προς το βουνό ώρα τρεις και τέταρτο το πρωί. Χαμηλά από το ραδιόφωνο ένα παλιό τραγούδι του Μπιθικώτση και μια έντονη υγρασία. Εκείνη μίλησε. Eίχα αποφασίσει ότι και να πει να μη δώσω σημασία. Τη νύχτα πρέπει να ακούς μόνο την ρέντα σου. Είναι το άστρο. Αυτό μόνο σε φυλάει. Αυτό είναι ο μόνος σου φίλος εκεί πάνω. Σχεδίαζα για μια ακόμη φορά να φτάσουμε. Η μόνη ήσυχη ώρα το τελεφερίκ. Μερικές από τις πιο ουσιαστικές συζητήσεις της ζωής μου τις έχω κάνει την ώρα που αιωρούμαι. Σε αυτόν τον μικρό χώρο να περιβάλλεται από τον τεράστιο κόσμο. Αυτή η ηρεμία της διαδρομής. Και η προσμονή μια νίκης. Η ρεβάνς που πάντα θα πάρουμε .Το φάρμακο για όλες τις πληγές του πνέυματος μας. Πάντα εκείνη η ηρεμία της διαδρομής. Είχα συνηθίσει πλέον .Να μην ακούω , να μην μιλάω και να αφήνω να με πάνε .Όπου θέλουν και ακόμα πιο πέρα. Από την Νεάπολη σε έρημους της Σαχάρα. Και σε μικρούς όμορφους ναούς στο Μαρόκο. Και από κει σε ένα μικρό καφέ στο Μιλάνο ,να συναντώ την Στέλλα συνεχώς και συνέχεια να απομακρύνεται. Εκείνο το βράδυ μίλαγε λίγο το τζιν. .Έκλεισα τα μάτια. Και σταμάτησα να ακούω. Ο ψίθυρος της που μερικές φορές μοιάζει με κραυγές τώρα δεν έφτανε καν .Η Αχαρνών μισοφωτισμένη. Τελικός προορισμός οι Νίκες.

ΣΤΕΛΛΑ

Στο ταξί να ανεβαίνουμε την Αχαρνών με ταχύτητα. Πάντα να προσπαθώ να μιλήσω. Τα διάφορα προβλήματα θέλουν λύση. Ο Μάνος κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται ξύπνιος πάντα. Φεύγει, και σιγά σιγά δεν παίρνει κανέναν μαζί. Τζιν και τεκίλα και άλλα τέτοια οι μόνοι φίλοι του. Ο οδηγός να με κοιτάει. Όσο κλείνουν τα μάτια σου, Μάνο άλλα ανοίγουν. Ποτέ δεν θα είναι όλα τα μάτια κλειστά. Πάντα να μην θέλει να ακούσει. Μία βόλτα στη βροχή η ζωή μερικές φορές. Που γίνεται καταιγίδα. Ο Μάνος γεννημένος για να βρέχεται. Πάνε χρόνια που λέει ότι έκοψε την πρέζα. Και μήνες που καθάρισε από όλα. Χάπια τσιγάρα μαλακίες. Πάντα να είναι γεμάτος. Στα 35 του ένα όμορφο καθαρό καμένο χαρτί. Όσο γλίτωσε από την χημεία άλλο τόσο βουτήχτηκε στην καθαρή μαγεία. Μόνο έτσι εξηγείται. Κάθε εξαρτημένος και ένας μικρός μάγος. Κάθε παίχτης και ένας μάγος του χρήματος. Απλά μαθήματα του πως παίρνεις ένα ποσό και το δεκαπλασιάζεις σε μισή ώρα. Κάθε νίκη και μια ωραία γλυκιά δόση μορφίνης στο κορμί του όμορφου Μάνου. Μορφίνη από αέρα και όνειρα. Μορφίνη φτιαγμένη από την πρόσκαιρη επιτυχία.

Πάντα στον δρόμο ο Μάνος να κάνει με το μυαλό του μαθήματα ηρεμίας. Αυτοσυγκεντρώνεται. Κλειστά τα μάτια και φαντασιώσεις. Σε ένα μικρό ιδιωτικό παράδεισο για ανθρώπους σαν αυτόν η ρουλέτα θα είχε τέσσερα νούμερα και θα πλήρωνε εκατό φορές τα χρήματα σου. Η αέναη νίκη. Να γλιστράς από την πίσω πόρτα του συστήματος και να βγαίνεις πάντα νικητής. Να καταστρέφεις τα εμπόδια μόνο με την δεξιοτεχνία σου. Ελλειμματικές προσωπικότητες που κάπου γνωρίστηκαν με το παιχνίδι και απορροφήθηκαν. Ένας ανάμεσα σε χιλιάδες. Ακόμη ένας πελάτης του ευαγούς ορεινού ιδρύματος.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Η κοπέλα δεν έμοιαζε πολύ ευχαριστημένη με τον ψηλό. Συνεχώς να προσπαθεί να του μιλήσει και αυτός να χάνεται έξω από το παράθυρο. Άλλες στιγμές να συντονίζεται με την μουσική και κάπως να δείχνει σαν να προετοιμάζεται για κάτι δυνατό. Ο τύπος φαινόταν ακόμα αξιοπρεπής. Πολλές φορές οι κατεστραμμένοι τζογαδόροι φαίνονται από χιλιόμετρα μακριά. Φτηνά ρούχα, άλουστα μαλλιά, ατημέλητα γένια και μια γενικότερη απάθεια στο βλέμμα. Τις περισσότερες φορές οι τζογαδόροι έχουν άθλιες οδοντοστοιχίες. Κανένα από αυτά τα σημάδια στον νεαρό και στην γκόμενα. Έδειχναν να είναι νεοφερμένοι στο κόλπο. Έδειχναν να αντιμετωπίζουν ακόμα με ενθουσιασμό αυτό που εμείς οι υπόλοιποι καμένοι είχαμε αποδεχτεί ως την ταπεινή μας μοίρα. Σε κάθε φανάρι στην Αχαρνών κοίταγα την κοπέλα . Έδειχνε θλιμμένη και κουρασμένη. Ο μάγκας την τράβαγε μάλλον συχνά σε τέτοια μέρη. Μάλλον η κούκλα δεν είχε καταλάβει ότι οι διάφορες αρρώστιες δεν αφήνουν χώρο για αγάπες, λουλούδια και γκόμενες. Περάσαμε την Αχαρνών και βγήκαμε στην Εθνική οδό. Το ταξίμετρο να γράφει. Για όσο ακόμα ο ψηλός έχει να με πληρώσει. Στη Μεταμόρφωση και τελική ευθεία. Στο ραδιόφωνο αναζήτησεις προηγουμένων δεκαετιών. Ελαφρύς Καζαντζίδης και Χιώτης-Μαίρη Λίντα στα κάπως λυπητερά τους. Εφτά χρόνια. Χωρίς καζίνο, χωρίς τζόγο. Ακόμα το κορμί μου δεν έχει συνηθίσει αυτή την έλλειψη. Για κάποιους μήνες στην αρχή νόμιζα ότι θα ήταν έυκολο. Και όμως ακόμα χρόνια μετά όταν πλησιάζω τέτοια μέρη εισβάλλουν προηγούμενες ψυχοσωματικές μνήμες. Νιώθω πως τύπους σαν τον όμορφο πιτσιρικά μέσα στο ταξί τους έχω γεννήσει. Αλλά περνάνε στιγμές που νομίζω πως όλα αυτά είναι ένας κύκλος και από στιγμή σε στιγμή θα ξαναγεννηθώ. Γνώριμη αντίδραση. Υπολογίζεις πάντα πόσα λεφτά έχεις μαζί σου. Και σκέφτεσαι αν θα σου φτάσουν για το παιχνίδι. Αν θα μπορέσεις να πολεμήσεις . Τις σπάνιες φορές που η δουλειά με εβγάζε σε εκείνα τα μέρη η παλιά αρρώστια τείνει να επιστρέψει. Οι ταβέρνες και τα ξενοδοχεία στην Πάρνηθος όπως πάντα στην θέση τους.

ΜΑΝΟΣ

Στην αρχή της Πάρνηθος πάντα νιώθω κουρασμένος από την διαδρομή. Σύνταγμα Καζίνο με ταξί. Πάνε μήνες που φτάνω στο μπαρ βάζω ένα τριπλό τζιν με τόνικ το πίνω μαζί με ακριβά τσιγάρα λέω μερικές κουβέντες με τον μπάρμαν και αφού διατελώ τον ρόλο μου σαν ιδιοκτήτης παίρνω την είσπραξη και την Στέλλα και φεύγω για πάνω. Τα συναισθήματα δεν πληρώνονται. Η συγκίνηση δεν πληρώνεται ποτέ. Το ξέρω καλά πως όλα αυτά έπρεπε να είναι δωρεάν. Οι στιγμές να μην κοστίζουν. Αλλά κάθετι που φυλάσσουμε σαν ανεκτίμητο τελικά έχει τιμή. Χρόνια ο πόλεμος με τις ουσίες. Βαρκελώνη και Ζυρίχη. Τα λεφτά ποτέ δεν λείψανε. Ως γνωστόν δεν φέρουν την ευτυχία. Παλιά πίστευα ότι ήταν απλά ένας αφορισμός ειπωμένος από αποτυχημένους για αποτυχημένους. Ποτέ δεν θα το πιστέψω. Τα συναισθήματα πληρώνονται. Η φωτισμένη Πάρνηθος το διατρανώνει. Φτηνές ταβέρνες για λαικές δεξιώσεις και υποτυπώδη ξενοδοχεία. Σε εκείνον τον δρόμο είναι που κάθε φορά θέλω να γυρίσω πίσω. Και κάθε φορά αφήνω το ταξί να μπει στο τελευταίο σκοτεινό κομμάτι και να φτάσει στο τελεφερίκ. Για αυτές τις σκέψεις του τελεφερίκ πληρώνω. Πρώτα όσο ανεβαίνω. Και στην αναπόφευκτη κάθοδο. Έκλεισα τα μάτια και της κράτησα το χέρι.»Θέλω να κοιμηθώ» ψιθύρισα και την κοίταξα για πρώτη φορά από όταν μπήκαμε στο ταξί. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς ιστορία. Από το κτίριο του τελεφερίκ με το μεγάλο πάρκιν και πίσω. Ο οδηγός έδειξε χαρούμενος. Τα συναισθήματα πληρώνονται, σκέφτηκα και εκείνη με κράτησε. Όπως κάθε φορά. Στον δρόμο για τις νίκες.

 

theodorospanagos@gmail.com

 
Αργά το βράδυ όταν όλο το χωριό έπεφτε για ύπνο συνέβαινε κάτι παράξενο κάτω στο ακρογιάλι. Τα γκρίζα βράχια στο τέλος της παραλίας με την καστανή άμμο άρχιζαν να κινούνται σα να θέλανε να ελευθερωθούν. Γίνονταν μαλακές μάζες και κινούνταν σπασμωδικά ώσπου να αποχωριστούν εν τέλει η μία από την άλλη.
Όταν το φεγγάρι κόρωνε ολοστρόγγυλο και τεράστιο πάνω από τα βράχια, αυτά ξεκολλάγανε και μεταμορφωμένα σε ρινόκερους κατέβαιναν με την όπισθεν προς την παραλία. Τα βράχια της παραλίας ήταν στοιβαγμένοι ρινόκεροι που την ημέρα για να μην κινούν υποψίες πέτρωναν και άφηναν τα παιδιά να σκαρφαλώνουν στις ράχες τους ζωγραφίζοντας λιβάδια και μαργαρίτες πάνω στη ρυτιδιασμένη πέτρα.
Το πρώτο που ακουγόταν μέσα στην ερημιά της νύχτας ήταν ένας συνεχόμενος τριγμός. Ο τριγμός γινόταν στιγμιαία εντονότερος ώσπου ξεκολλούσαν ένα- ένα τα σώματα των ρινόκερων και κατέβαιναν παίζοντας αναμεταξύ τους στον αιγιαλό. Στο σύνολο ήταν σαράντα ρινόκεροι και δεν ήταν στα μεγέθη που φαντάζεστε. Επρόκειτο για νάνους ρινόκερους που ήταν ιδιαίτερα φιλήσυχοι. Περπατάγανε κουνώντας τα στρογγυλά οπίσθια μέσα στην άμμο με άμετρη κομψότητα. Τσαλαβουτάγανε στα νερά, Μυρίζονταν μεταξύ τους. Αν ακούγανε ανθρώπινη λαλιά εκεί στο άγριο ξημέρωμα στις τέσσερις το πρωί, τρελαίνονταν από φόβο να μην τους ανακαλύψουν οι κάτοικοι της Ερεσσού. Μαζεύονταν σε κοπάδι και τρέχανε μέσα στα σοκάκια σαν αστραπές. Οι κάτοικοι τρόμαζαν από τον εκκωφαντικό εγκέλαδο που έπληττε τα μικρά τους σπίτια και αλλάζοντας πλευρό εύχονταν να περάσει και ετούτο δίχως να βάζουν στο κεφάλι τους ότι ένα κοπάδι από νάνους έτρεχε σε ασύλληπτες ταχύτητες έξω από τις αυλές τους μέσα στα σοκάκια.
~
Οι ρινόκεροι τώρα ο ένας πίσω από τον άλλον βολτάρουν γύρω από την ημίψηλη Βίγλα. Ύστερα σαν βαριόντουσαν και από αυτό το παιχνίδι κατεβαίνανε στη θάλασσα. Μέσα στο νερό ακολουθούσαν τα υπολείμματα ενός αρχαίου λιμανιού εξαφανισμένο εδώ και αιώνες κάτω από τα λαίμαργα κύματα. Οι ρινόκεροι άλλοι μέχρι τη μέση και άλλοι εντελώς κάτω από το νερό περπάταγαν πάνω στην λευκή οριογραμμή που σχημάτιζε το αρχαίο λιμάνι και στη συνέχεια για ώρα πολύ περιφέρονταν πάνω στον αμμουδερό βυθό χαιρετώντας ένα προς ένα τα βυθισμένα αρχαία της Ερεσού.
Αφού εξαφανιζόταν και ο τελευταίος ρινόκερος οριστικά μέσα στην θάλασσα. Εμφανίζονταν όλοι μαζί ξαφνικά μέσα στο νου των γυναικών. Εισέβαλλαν με οργή μέσα στα όνειρα. Σήκωναν τις γυναίκες πάνω στην πλάτη τους και τις πηγαίνανε βόλτα στα αστέρια. Εκεί ψηλά συναντούσαν οι ρινόκεροι όλους τους αστερισμούς του ουρανού. Κάθε ρινόκερος που κρατά μια γυναίκα τη μετατρέπει σε άντρα και δεν την αφήνει ποτέ πια όπως ήταν παλιά. Όταν κατεβαίνουν από τον ουρανό, ο ρινόκερος και η γυναίκα είναι πιστοί φίλοι. Ο ρινόκερος τη γυρνά στο σπίτι και την απιθώνει στο κρεβάτι δίπλα σε μια άλλη γυναίκα που κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν η Σαπφώ.
Ο ρινόκερος τότε μικραίνει ξαφνικά από ντροπή, όταν βλέπει τις δύο γυναίκες να φιλιούνται μπροστά στο παράθυρο και στο ολόκληρο φεγγάρι που υψώνεται σα μάτι κατακίτρινου παρατηρητή. Ο ρινόκερος γίνεται μικρό μαύρο σκαθάρι και σκάβει το πέλμα τους. Εκείνες ασυναίσθητα το παραμερίζουν και συνεχίζουν ανενόχλητες. Ο ρινόκερος ανοίγει την πόρτα και περπατώντας στα δύο συναντά όλους τους υπόλοιπους ρινόκερους να βγαίνουν από άλλα κοντινά δωμάτια με την ίδια ακριβώς εμπειρία. Περπατούν σκεφτικά στα δύο και συλλογίζονται για τον αρχαίο τόπο και τη σημασία του στον σημερινό κόσμο.
Ο τόπος είναι σπαρμένος με αναθηματικές επιγραφές και σπασμένα αρχαία. Οι αρχαιοκάπηλοι αγνοώντας τους ρινόκερους -εξεπίτηδες θέλεις, σκόπιμα πες επιδίδονται- σε ένα ανελέητο κυνηγητό αρχαιοκαπηλίας. Προσπερνάνε με ευλυγισία τους μικρούς νάνους κρατώντας μαρμάρινες κεφαλές μέσα σε κουβέρτες.
Οι ρινόκεροι παραμερίζονται με τρόπο σαν να μην αποτελούν πάρεργο του μέρους και ντυμένοι με σμόκιν κάνουν ένα περίπατο στην αποβάθρα. Κάτω από τα χοντρά τους πόδια χάσκει το κενό και τα άγρια κύματα πιτσιλάνε χαρούμενα τα ξεραμένα δέρματά τους.
 
Το φεγγάρι τώρα κοντεύει να εξαφανιστεί και η αυγή προσμένει να υψωθεί στον ουρανό. Οι γυναίκες έχουν τελειώσει από ώρα τα παθιασμένα φιλιά του έρωτα. Έχουν ανοιχτά τα παράθυρα στις στενές κλίνες. Ο άνεμος και η αύρα της θάλασσας παρασύρουν προς τα έξω τις αέρινες κουρτίνες. Ανεμίζουν σα λευκά πανιά μιας ανείπωτης προδοσίας από κάθε σπίτι του αιγιαλού. Και τα σπίτια σαν βαρκούλες ταξιδεύουν στα όνειρα των γυναικών. Σε ένα κόσμο διαφορετικό από τον δικό μας. Όπου η ασφάλεια του φιλιού και το χάδι δίνεται αβίαστα και με αγάπη.
Οι ρινόκεροι έχουν μπει στη σειρά και επιστρέφουν για τελευταία φορά στην παραλία της σκάλας που οδηγεί στην τοποθεσία των βράχων. Δεν υπάρχει ψυχή εκεί. Μεταμορφώνονται ξανά σε βράχους και επιτέλους το ξημέρωμα ρίχνει το ωχρό του χρώμα σε όλη την πλάση.
 
 

ΤΕΥΧΟΣ 8ο ΜΑΪΟΣ 2012
ΤΕΥΧΟΣ 7ο ΜΑΡΤΙΟΣ 2012
ΤΕΥΧΟΣ 6ο ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2012
ΤΕΥΧΟΣ 5ο ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2011
ΤΕΥΧΟΣ 4ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011
ΤΕΥΧΟΣ 3ο ΙΟΥΛΙΟΣ 2011
ΤΕΥΧΟΣ 2ο ΜΑΪΟΣ 2011
ΤΕΥΧΟΣ 1ο ΜΑΡΤΙΟΣ 2011

Επιλογη τευχων

Κατηγοριες

Ημερολογιο

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Κατοχυρωμενα Πνευματικα Δικαιωματα

Τα παρόντα έργα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύονται κατα τις διατάξεις της ελληνικης νομοθεσίας (Ν.2121/1993, αρθρο 51, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις Βέρνης Παρισιού, που κυρώθηκε με τον ν.100/1975 περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως άνευ γραπτής άδειας του δημιουργού η κατα οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρος του εκάστοτε έργου.
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 26 other followers