You are currently browsing the category archive for the ‘Παρουσιάσεις/ Κριτικές’ category.
Γράμματα σε νεκρό ποιητή, Ιδίοις Κόποις 2009
Ο Απόστολος Θηβαίος, σε αυτή τη συλλογή, ως ένας άλλος μάντης υφαίνει σύγχρονους χρησμούς, συνομιλεί με το παρόν και το παρελθόν, μπλέκει το χρόνο και τα πρόσωπα στις ιστορίες του και δημιουργεί ένα σύμπαν συμβολισμών.
«Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ»
«Γιώργος Χειμωνάς- Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης»
Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως φαρμακοποιός στην οικογενειακή επιχείρηση. Το έργο του πολύπλευρο, πρωτοποριακό, ακόμα και για την εποχή που διανύουμε. Ο Πεντζίκης, παραμένει ακόμα ένας αιρετικός για τον κλειστό πυρήνα των κριτικών και των εν γένει, εκτιμητών της λογοτεχνίας. Κυρίως για τη δημιουργία ενός συνολικού έργου, το οποίο παρέκαμψε τις συνήθεις τάσεις και τα κινήματα του καιρού του για να διαμορφώσει και να περισώσει ένα σπόρο αλλιώτικο. Ένα έργο, το οποίο λειτούργησε ως φορέας του υπερρεαλισμού, συνιστά στις μέρες μας μια διαθήκη πολύτιμη, εξαιτίας της μοναδικότητας, αλλά και της συγκροτημένης, εκείνης πρότασης του Πεντζίκη, ο οποίος θέλει την τέχνη του λόγου αποδεσμεύμενη από το λυρισμό ή τη ρομαντική διάθεση των επιγόνων του διαφωτισμού, ικανή να περιγράψει την ανθρώπινη ύπαρξη, τις βαθύτερες αγωνίες της, τη σαφέστατη ολότητά της.
Ο Γιώργος Χειμωνάς, γεννήθηκε στην Καβάλα. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τον τομέα της κλινικής ψυχολογίας. Έζησε στην Αθήνα και το Παρίσι. Ο ίδιος, συγκρότησε σε μια προσωπική και σύντομη βιβλιογραφία διήγηματα, βαθιά ανθρωποκεντρικά, κείμενα, στα οποία εκφέρεται ένας λόγος λογοτεχνικός και ψυχαναλυτικός μαζί πρώτιστα ανθρώπινος. Ένας λόγος, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ονειρικός, όχι τόσο εξαιτίας του περιεχομένου του αλλά όσο του ρυθμού του, της συγκροτημένης εκείνης αταξίας που χαρακτηρίζει την υποσυνείδητη λειτουργία.
Τούτες οι δυο μορφές, οι οποίες στέκονται ιδιαίτερες και μοναδικές στη λογοτεχνική μας ιστορία διατηρούν ένα δεσμό, μια συγγένεια πολύ ισχυρή. Ο Γιώργος Χειμωνάς και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης υιοθετούν στα έργα τους μια γραφή, η οποία κινείται στα όρια του «αυτοματισμού», όπως η τελευταία αποτυπώθηκε από τους υπερρεαλιστές και το εγχειρίδιο του Μπρετόν. Δίχως κανείς από τους δυο λογοτέχνες να εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο κίνημα ή μια τάση, κατόρθωσαν να σχηματοποιήσουν μια μορφή έκφρασης, η οποία όσο και αν φαινομενικά δείχνει να παραμένει πιστή στις λογοτεχνικές αρχές, όπως αυτές διατυπώθησαν δεν παύει να συνιστά μια πρωτοπορία, διαρρηγνύοντας τις προϋποθέσεις και τις αρχές της αφηγηματικής τεχνικής. Η φαινομενική αυτή σχέση με το κίνημα του Μπρετόν όμως δεν αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής τους. Διαμορφώνοντας και οι δύο μια εντελώς προσωπική αισθητική κατόρθωσαν να σχηματίσουν πλαίσια, τα οποία κινούνται εκτός των ορίων της γενικά, σύμφωνα με αναγνώστες και κριτικούς, παραδεκτής, αφηγηματικής στάσης.
Η επιβεβαίωση της συγγένειας αυτής που προαναφέραμε, διαπιστώνεται ήδη από τον τίτλο, ο οποίος κοσμεί τις εργασίες των δύο αυτών λογοτεχνών. Το «Μυθιστόρημα» του Γιώργου Χειμωνά, αλλά και το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Πεντζίκη διατηρούν ένα δεσμό πολύ πιο βαθύ από τη φαινομενική ομοιότητα των τίτλων τους. Και στα δύο αυτά έργα, τα οποία επιλέχθηκαν για να απεικονιστεί μια πρώτη ομοιότητα, συνιστούν ποίηση πεζολογική. Η επιλογή του τίτλου, κυρίως στο έργο του Πεντζίκη είναι κάθε άλλο παρά τυχαία. Ο συγγραφέας θέλοντας να παρουσιάσει μια εναλλακτική, μυθιστορηματική γραφή αντλεί από το έργο του Ροϊδη τους χαρακτήρες, τη βασική δομή, το σκελετό. Ο Πεντζίκης αποποιείται το κλασσικό μοντέλο της διήγησης και επικεντρώνεται ευθέως, όπως ο ίδιος λέει στο σκοπό και όχι στο περιοχόμενο. Επιστρατεύονας άλλοτε όρους συναφείς προς τη φαρμακολογία ή τη βοτανολογία και άλλοτε κάνοντας χρήση ενός πιο προφορικού λόγου, όπως αυτός που απαντάται στις εκκωφαντικές , υποσυνείδητες λειτουργίες , ο Πεντζίκης ορίζει ένα έργο, στο οποίο θα κυριαρχήσει η ευρυχωρία. Η δυνατότητα προσάυξησης της φράσης, οι εκτεταμένες προτάσεις, δίχως την παρεμβολή σημείων στίξεως, οι οποίες επαναλαμβάνονται σε όλο το μήκος της εξέλιξης της «κυρίας Έρσης», διαμορφώνουν μια πρακτική, η οποία θα μπορούσε να μεταβάλει τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής και να καταστήσει τη δομή του έργου ανοιχτή, ικανή να εντάξει στην πλοκή κάθε στοιχείο, κάθε προσωπική εκτίμηση. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μεταβάλει το έργο σύμφωνα με τις επιθυμίες και τη θέση του απέναντι ή μέσα σε αυτό.
Ο Πεντζίκης, διαμορφώνει τα κείμενά του μέσω της τεχνικής της διασποράς. Στέκεται αδιάφορος εμπρός στην ανάγκη να συγκροτήσει ένα συγκεκριμένο μύθο. Προχωρεί στη συρραφή ενός αρχειακού, διάσπαρτου υλικού. Οι πρόζες αυτές, γραμμένες σε άτακτες χρονικές περιόδους συνενώνονται για να διαμορφώσουν ένα εννιαίο κείμενο. Η ιδιαιτερότητα αυτής της τεχνικής δεν είναι άλλη από την απουσία μιας καθορισμένης τάξης. Η φαινομενική αταξία του Πεντζίκη, συνιστά έναν κόσμο, ο οποίος λειτουργεί κάτω από ένα ιδιόμορφο καθεστώς μη γραμμικότητας. Η αταξία του κειμένου, το οποίο αντιμετωπίζεται ως μια ολότητα τελικά καταλήγει να συνιστά μια ξεχωριστή και αδιαμφισβήτητη τάξη. «Όταν άρχιζα στην αρχή- αρχή [να γράφω ένα κείμενο], νόμιζα κιόλας ότι το τελείωνα. Έπειτα αυτά τα ατελή, τα οποία τα νόμια τελειωμένα, τα ξανάπαιρνα ύστερα από χρόνια και αυτά αποτελούσαν το υλικό ενός βιβλίου.», λέει ο ίδιος ο Πεντζίκης, αποδεικνύοντας τη χρήση μιας ιδιαίτερης, συγγραφικής μεθόδου. Σε κάθε περίπτωση, όμως δεν είναι το εργαστήριο του συγγραφέα που προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μα εκείνη η αίσθηση του ρευστού, η περιδίνηση σε ανολοκλήρωτες, ελλειπτικές τροχιές, όπου ο λόγος δεν τερματίζεται, δεν υφίσταται μια νοηματική ολοκλήρωση, αλλά συνεχίζει να γεννά, ανατροφοδοτώντας το ίδιο το κείμενο, αλλά και το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ίσως ετούτη η πρακτική να μην είναι τόσο βολική για το μέσο αναγνώστη, δεν παύει όμως να προσδίδει στο λόγο μια δυναμική αυτόνομη, πέρα από τη φυσική ικανότητα του συγγραφέα ή το ενδιαφέρον του κειμένου. Ο πεντζικικός λόγος μοιάζει να αφήνεται στο τυχαίο. Σε μια διαρκή εναλλαγή ισορροπίας και διαταραχής, σταθερότητας και αλλαγής, ο Πεντζίκης χρησιμοποιεί και παραδίνεται ταυτόχρονα στο «τυχαίο». Ετούτος ο παράγοντας δεν θα αργήσει να αποτελέσει για το κείμενο ένα θετικό πόρο, έτσι ώστε η απροσδιοριστία που συνεπάγεται να στέκεται ως μια διαρκής παροχή ανανεωτικού υλικού προς αυτό και τους παράγοντες που το ορίζουν.
Ο Γιώργος Χειμωνάς, διατηρεί όπως προείπαμε εισαγωγικά μια ισχυρή συγγένεια με τον Πεντζίκη. Ο δεσμός αυτός δεν συνιστά μια τεχνική εξοικείωση ανάμεσα στους δυο λογοτέχνες, μα μία ιδιαίτερη στάση απέναντι στη γραφή και το λόγο. Ο Χειμωνάς, όπως και ο Πεντζίκης αποστρέφονται την έννοια του εργαστηρίου. Ο λόγος τους είναι πρωτίστως προφορικός, τέτοιος δε ώστε να διατηρεί την αμεσότητά του. Είναι ταυτόχρονα και προφητικός, ακολουθώντας σολωμικά πρότυπα και βιβλικές αναφορές. Έτσι με τη χωροταξική ρευστότητά του ο λόγος μπορεί να απορροφήσει και να μεταδώσει το συμπέρασμα που διαμορφώνει την παράδοξη, εξελικτική του πορεία.
Ο Χειμωνάς εξελίσσει το κείμενό του, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στην έννοια της μνήμης. Μιας μνήμης οπτικής, ικανής να επαναφέρει εικόνες, να συνδράμει στην προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός λόγου παρόντος και μελλοντικού. Διότι το βασικό πλεονέκτημα ενός λόγου, όπως ο πεντζικικός αλλά και αυτός του Χειμωνά, είναι ακριβώς ετούτο. Πως κατορθώνουν να διαμορφώσουν ένα πλέγμα, πέρα από χρονικούς προσδιορισμούς, τέτοιο ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δίχως τις αφηγηματικές αναγκαιότητες της παράθεσης χρονικών προσδιορισμών. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε πως τούτη η πρακτική δεν συνιστά μια στρατηγική, μα μια αναγκαιότητα, αφού ο λόγος και των δυο συγγραφέων κινείται από τη γέννησή του έξω και πέρα από τα παραδεκτά και τετριμμένα. Υιοθετώντας και οι δύο το ρόλο του αφηγητή, τη διήγηση που απομακρύνεται σταδιακά από κάθε πρόσωπο, κατορθώνουν να διατηρήσουν μια απρόσωπη δυναμική. Τόσο ο Πεντζίκης, όσο και ο Χειμωνάς συντάσσουν ένα συνειδησιακό λόγο, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει να αποστασιοποιείται ακόμα και από την ίδια την πηγή του, χαρτογραφώντας τις υποσυνείδητες εκβολές. Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η διακριτή θρησκευτικότητα του Πεντζίκη η οποία αντιστοιχεί με το βαθύ και ειλικρινή ανθρωπισμό του Χειμωνά, επίκτητο από την ενασχόλησή του με την κλινική νευροψυχολογία. Μέσω αυτών των οδών η σκοπιμότητα, αν μπορούμε ως τέτοια να τη θεωρήσουμε, εξυπηρεταίται στο μέγιστο βαθμό.
Ο λόγος και των δύο κρίνεται ονειρικός, ως συνέπειτα της υποσυνείδητης καταγραφής που προαναφέραμε. Η χρήση συμβόλων και αναφορών από τον ονειρικό κόσμο, συνιστούν ένα επιπλέον υλικό και για τους δύο δημιουργούς, οι οποίοι μέσω του υποσυνείδητου διανύουν έντονες καταστάσεις, φαινομενικά αδιάφορες, αλλά με το περιεχόμενό τους να συνιστά μια βαθιά συμβολιστική πράξη. Ο Χειμωνάς και ο Πεντζίκης ακολουθούν το χριστιανικό παράδειγμα. Διανύουν μια σειρά από δοκιμασίες για να καταλήξουν στην κορύφωση του θανάτου και την τελική κρίση. Φυσικά στον Πεντζίκη ετούτος ο σκοπός εκπληρώνεται με αναφορές και μίμηση θρησκευτικών πηγών, ενώ στο Χειμωνά ετούτη η πλήρωση επέρχεται και αξιολογείται με κριτήρια ανθρωποκεντρικά.
Είναι γεγονός πως η γραφή των δύο αυτών αιρετικών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν μπορεί και δεν είναι δυνατόν να απολαύσει την ευρεία αποδοχή των κριτικών και των αναγνωστών. Όχι λόγω της ανεπάρκειάς της, αφού αποτελεί μια ασύγκριτη πρωτοπορία με ανεξάντλητο βάθος, αλλά κυρίως εξαιτίας της τάσης για «ευκολία» που χαρακτηρίζει όλες τις επίκαιρες, κοινωνικές δράσεις. Σε κάθε περίπτωση το ανεξερεύνητο έργο των δύο βορειοελλαδιτών λογοτεχνών θα πρέπει να εκτιμηθεί, όχι ως ένα ελιτίστικο στίγμα στην ελληνική, λογοτεχνική πραγματικότητα, αλλά ως μια αδιαμφισβήτητη πρωτοπορία, ως μια ανεπανάληπτη και ξεχωριστή διάσταση της γραφής και του λόγου. Τα λόγια των δύο δημιουργών, συνιστούν την ομολογία του δεσμού τους. Ο Χειμωνάς λέει, πως «η τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όνειρο του ανθρώπου, την αθεράπευτη στέρησή του», για να απαντήσει ο Πεντζίκης πως «θα ήθελα μια τόσο ευρεία και αναπεπτεμένη εικόνα, να δώκω περιγράφοντας τη ζωή μας.» Οι προθέσεις των δύο δημιουργών είναι η καλύτερη απόδειξη για τούτη τη συγγένεια, η οποία αποτέλεσε τη βάση και την αφορμή για την απόπειρα ετούτης της καταγραφής.
Ο ήρεμα άπελπις κόσμος της Ντίνας Καραβίτη
Μια σύντομη αλλά ουσιαστική πορεία διέγραψε η Ντίνα Καραβίτη με τα τρία βιβλία της Καθ’οδόν (1993), Προς τα που πεθαίνουμε, Ιωάννη (1995) και Επί ξυρού άκανθου (2000).
Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι ο επίμονα διακριτικός λυρισμός, η στοχαστική διάθεση και η αμφίθυμη αλλά διαρκής σχέση της με το θάνατο.
[…]
Φανατικός εχθρός του περιττού και κάθε αισθηματολογίας, κάτοικος συνειδητός ενός a priori επιτύμβιου εαυτού, η Ντίνα Καραβίτη κατέστησε σαφές, διακριτό κι ευπρόσδεκτα αγέρωχο το ποιητικό της στίγμα.
Γιάννης Βαρβέρης
Από φίλντισι
Το πιάνο
Συχνά θυμάται τον ελέφαντα
Που σκότωσαν
Για χάρη του.
Και τον πενθεί
Με λίγα μαύρα πλήκτρα.
Το σκυλί μου το λέγανε Σαμάνθα
Κάποτε
ίσως ξαναβρεθούμε.
Κάποτε
Ίσως τα κόκαλα
Που θα σου δώσει
ο Θεός
να παίζεις
ίσως
να είναι τα δικά μου.
Κατά Σαλώμη:
Προς τα πού πεθαίνουμε, Ιωάννη;
Και πώς να γίνω ναυαγός
μ’ ένα δελφίνι να σωθώ;
Αφού δεν έχω πέλαγος.
Μέσα στη γη
Πώς να χωθώ για σωθώ;
Μέσα στη γη
σώζεται μόνο η πέτρα.
Και αν χαθώ
Ποιος θα πληρώσει το χαμό
Τάζοντας εύρετρα
Για να με βρουν και να σωθώ;
Αφού δεν είμαι κανενός.
Ποιος θα με ψάξει;
Ίσως να είχα ουρανό
για να κρυφτώ
και να σωθώ
αν δεν περίμενες εσύ εκεί
ακέφαλος.
Για να μας σώσεις.
Στη μήτρα
Μιας αταξίδευτης κάμαρας
Εκείνη την ώρα της νύχτας.
Της κάθε νύχτας
Που τα μάτια άδεια ξυπνάνε
ανήσυχα
και πεινασμένα.
Και ψάχνουν να βρουν
ν’ αδράξουν κάτι.
Ν’ ακουμπήσουν για λίγο ξανά
στο γερο-καθρέφτη.
Στα κομοδίνα τα δίδυμα.
Στην γκαστρωμένη ντουλάπα.
Στο μπαγιάτικο ρούχο το χθεσινό
το τεμπέλικο
που κοιμήθηκε στην καρέκλα
και κοντεύει να σωριαστεί
πάνω στις κουρασμένες παντόφλες.
Ακροβάτης επί ξυρού άκανθου
Πάνω σε τεντωμένο σκοινί
εύθραυστο σαν το λώρο
χρέος τυφλό
στ’ αυτιά, στα μάτια και στον νου
μ’ ανάγκασε να περπατήσω.
Με νύχια και δόντια όρθιο με κράτησε
και για να νιώθει δυνατό
με κάρφωσε καλού κακού
στην κλίμακα του πάθους.
Έτσι ισορρόπησε σαν ζωντανός σταυρός το σώμα μου.
Με χέρια καρφωμένα.
Αν έμεναν ελεύθερα να ψηλαφούν τους ήλους
θα είχα κιόλας τσακιστεί
στο ανιστόρητο.
Ενώ άλλοτε παραπαίοντας
απ’ τις αντίρροπες ριπές
κι άλλοτε παραδέρνοντας
απ’ τις ομόρροπες ροπές κατάφερε
στο εσαεί να κρατηθεί το πεπρωμένο μου.
Ο πολλών γενεθλίων
επιζήσας
Μας παραπλάνησε ο νεκρός
στο βάθος των ματιών σου.
Κανείς μας δεν περίμενε
τόσο πολύ να ζήσεις.
Το τάμα του αυτόχειρα
Έφυγε μάλλον βιαστικά
χωρίς αποσκευές.
Μόνο κατάσαρκα φορούσε
το τελευταίο δέρμα του.
Δεν έταξε πολλά για την Ανάσταση
ένα κομμάτι θάνατο μονάχα.
Αυτό που του ανήκε.
Από την ποιητική συλλογή Διαλαθόντα (Ποιήματα 1993-2007), επίλογος-επίμετρο Γιάννης Βαρβέρης, Εκδόσεις Κέδρος 2007
«Αδόκιμος φόρος τιμής στο μόνο νικητή του χρόνου,
Στο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη.»
Η απόπειρα για την καταγραφή των σκέψεων, σχετικά με ένα βιβλίο, όπως «Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης», προϋποθέτει μια σημαντική επισήμανση. Ο γράφων στο κείμενο που ακολουθεί θα περιοριστεί στην περιγραφή των εντυπώσεων από τη δοκιμασία, την οποία συνεπάγεται το έργο του Πεντζίκη. Σε καμιά περίπτωση τούτα που θα ακολουθήσουν δεν δύναται να αποτελέσουν μια ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από το εβληματικό αυτό έργο. Πρόκειται περί εντυπώσεων, καθώς εκείνες που απομένουν έπειτα από τη μαρτυρία ενός συγκλονιστικού γεγονότος ή ενός σφοδρού, εφήμερου συναισθήματος. Και η λέξη «εφήμερο» δεν χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το πρόσκαιρο της ικανοποίησης από τη μελέτη του έργου του Πεντζίκη, μα για να εκφράσει εκείνο που λέγεται και με πάθος ο γράφων τείνει να πιστέψει. Εκείνα που είναι στα αλήθεια σπουδαία, όσα κατέχουν μια λάμψη ή ένα χρώμα αλλόκοτο δεν θα μπορούσαν ποτέ να σταθούν με την ίδια ένταση στο χρόνο. Μονάχα σαν ησυχάσει η ψυχή, τότε μόνο μπορεί να εκτιμήσει μια περίπτωση μοναδική ή ανεπανάληπτη. Και τούτοι οι δυο προσδιορισμοί σίγουρα αξίζουν στο φοβερό έργο του Θεσσαλονικέως λογοτέχνη.
Η πρώτη εντύπωση από «Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης», είναι πως σε τούτη την ιστορία, σε τούτη τη δαιδαλώδη πλοκή ο χρόνος συνιστά ένα στοιχείο δευτερεύον, μια λεπτομέρεια που σύντομα θα ξεχαστεί ή θα καταλάβει ένα χώρο περιορισμένο ανάμεσα σε εκείνα που θα αποδειχτούν σημαντικά ή διαχρονικά. Ο χρόνος με μια απαράμιλλη ρευστότητα χάνει την ένταση, σαν την απειλή που οι άνθρωποι περιφρονούν, στέκεται στο περιθώριο των σελίδων, λυτρώνοντας τον αναγνώστη από τούτο τον τρομερό του ανθρώπου εχθρό, εξελίσσεται γραμικά, με έναν ανακυκλικό χαρακτήρα. Άλλωστε η δίνη του συνειδησιακού κύμματος θα παρασύρει τον ανυποψίαστο αναγνώστη και μες στο όνειρο δεν χωράνε τα μέτρα τα ανθρώπινα. Ο χώρος και ο χρόνος καταργούνται, οι αποστάσεις καταργούνται, οι εποχές αποκτούν μιαν αίσθηση εννιαία. Στο έργο του Πεντζίκη όλα είναι καλοκαίρι και στο γράφοντα απομένει εκείνη η αίσθηση της Κυριακής με τη νωθρότητα, τα νεκρά απογεύματα. Ύστερα, όταν εκείνος που θα κρατήσει στα χέρια του το βιβλίο, συμφιλιωθεί και συνηθίσει σε τούτο το καινούριο σύμπαν, οφείλει να αφεθεί μετάρσιος στις διαθέσεις του συγγραφέα. Γρήγορα θα εννοήσει πως τα πρόσωπα, οι στιγμές, οι περιγραφές ίσως να μην υπάρχουν. Ο Πεντζίκης με μια σπηλαιώδη, θαρρείς φωνή, μονολογεί, υποβάλλοντας στον αναγνώστη τις απίθανες προσφορές του. Γεμίζει τον κόσμο με τη θάλασσα των παιδικών του χρόνων, για να εξηγήσει με ακρίβεια την ευρύτητα της ελευθερίας που προτείνει. Τα αντικείμενα αποτελούν πια σύμβολα με σαφείς προεκτάσεις. Ο συγγραφέας μας προετοιμάζει για να εισαχθούμε στο χώρο των ιδεών, να υποκύψουμε στη δυναμική του μύθου του. Με την πεζολογική του ποίηση, ο Πεντζίκης κοπιάζει και το κατορθώνει, να συντρίψει κάθε περιορισμό εγκόσμιο, ακόμη και την ίδια τη γνώση. Η λύτρωση αποτελεί πρωτίστως μια υπόθεση διαννοητική. Έπειτα επιδίδεται σε λεκτικές εξισώσεις που θα δώσουν τα τοπία και το μεγάλο άγνωστο, τον άνθρωπο ενταγμένο μες σε αυτά, τόσο απόλυτα και συνειδητά, ώστε και ο ίδιος να εντοπίσει τη φύση του. Την ίδια τη φύση. Ο Πεντζίκης δεν πλάθει τον κόσμο από την αρχή, μα δείχνει στον άνθρωπο μια οδό διαφορετική, του παρέχει μια ευκαιρία ξεχωριστή να επαναλάβει το αρχικό αμάρτημα. Ο λόγος άλλοτε, συμπυκνωμένος, άλλοτε πάλι βυζαντινός, στακάτος ανασαίνει μες στο έργο μέχρι να γίνει ένας οργανισμός ζωντανός, αυθύπαρκτος. Πόση εντύπωση προκαλεί στα αλήθεια το γεγονός της αναφοράς στο θάνατο ήδη από την αρχή του έργου. Μα σύντομα ο συγγραφέας αποκαλύπτεται και ομολογεί πως μιλά για θάνατο, πως επιστρατεύει την ετρουσκική φιλοσοφία, την παθιασμένη με την πράξη της απώλειας για να την «τελειώσει» έπειτα, αναδεικνύοντας με τρόπο κοσμικό τη βαθύτερη αρχή της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο συγγραφέας θα αποζητήσει με πάθος εκείνον το θάνατο που θα διατηρήσει ζωντανό το νου, εκείνον που μπορεί μονάχα στο σώμα να στοιχίσει. Και τούτο γιατί ο Πεντζίκης γράφει και μιλά στη γλώσσα των αισθήσεων, αδιαφορώντας για την πλοκή, τους άρτιους χαρακτήρες, τις γεμάτες ένταση στιγμές μιας συνεύρεσης ερωτικής, ενός αποχαιρετισμού. Η θάλασσα ποτέ δεν παύει να είναι γύρω του, να γεμίζει το βλέμμα του. Σε τούτες τις εκτάσεις ο Πεντζίκης θα χύσει όλες τις αγωνίες, εκεί θα γυρέψει τις μνήμες για τις παλιές, λησμονημένες μέρες. Και έτσι, ο θάνατος δεν είναι για το Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη ικανός να συγκριθεί με τη δυναμική των πόντων, έχει νικηθεί, χριστιανικά και ανθρώπινα μαζί.
Ο συγγραφέας, με στιγμές έξαρσης, διακόπτει τον οιρμό του λόγου του, παρεμβάλοντας διαρκώς μες στο κείμενό του πληροφορίες σχετικές με τη βοτανολογία, σπάνια τοπωνύμια, πράγματα εξειδικευμένα, τα οποία αρχικά φαντάζουν τόσο απρόσμενα, σχεδόν απροσάρμοστα με την όποια ροή του λόγου. Μα ως γνήσιος συμβολιστής, ο Πεντζίκης διατυπώνει όλα τούτα με σκοπό να εκφράσει εκείνο που υποννοείται, εκείνο που κατέχει μια μυστική σχέση με την Έρση και τα πράγματα, να αγγίξει μια κατάσταση αισθητική, να οδηγήσει τον αναγνώστη στο βίωμα των σκοπών του, των πιο μυστικών. Οι αποκαλύψεις, οι αισθήσεις τούτες πρόκειται με βεβαιότητα να είναι τόσο ελληνικές. Διότι ο Ν.Γ. Πεντζίκης με την παράθεση τόσων πληροφοριών σχετικών με την ύπαιθρο, με τη διαρκή αναφορά στο υδάτινο στοιχείο, το πιο εκφρστικό της ελληνικότητας μαζί με το ελύτειο φως, εκείνο που έλαμψε μες στα χέρια των εκπροσώπων της γενιάς του 30, σκοπό άλλο δεν έχει παρά να πάψει το χρόνο για να φανεί ατόφια η παρουσία του ελληνικού κόσμου στην αχανή του έκταση.
«Ο τρόπος με τον οποίο εννοούμαι», γράφει ο Ν.Γ. Π. Όλα στρέφουν και στρέφονται προς τον άνθρωπο. Κάθε τι είναι ιδωμένο μες από το ανθρώπινο στοιχείο, κάθε αντικείμενο, κατάσταση ή αίσθηση βλέπεται μες στα μάτια των ανθρώπων, μες στη βιολογία τους την ταπεινή. Και έτσι ο χώρος θα φανεί με μια σαφήνεια πρωινού και έπειτα η αισθητική του λόγου θα καταστεί κατανοητή, ο νους θα βαδίσει προς τα νέα συμπλέγματα, λουσμένος μες στο φως και την αλμύρα. Το ανθρώπινο σώμα συνιστά για τον Πεντζίκη τη βιολογία εκείνη που προαναφέραμε. Μα δεν γυρεύει τα αρσενικά, μα τα σώματα τα θηλυκά, τις όψεις εκείνες που γονιμοποιούν κάθε πράγμα, ελπίδα και όνειρο. Αυτές θα δώσουν το νέο άνθρωπο που γυρεύει ο Πεντζίκης, εκείνον που κουβαλά όλες τις γενιές, εκείνον που εφοδεύει πάντα κατά τον ουρανό, επιδιώκοντας με τόλμη το άγγιγμα του κέλυφους της καρδιάς. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί καί είναι απαραίτητο να συνοδεύει τον αναγνώστη σε όλο το φάσμα της περιπέτειάς του, πως ο Πεντζίκης ακουμπά το ένα χέρι στη θρησκεία των χριστιανών, στη βαθιά ιουδαϊκή παράδοση της αγάπης. Ο συγγραφέας με τούτο τον τρόπο δηλώνει ξεκάθαρα πως με θέρμη κανείς οφείλει να πιστεύει στον άνθρωπο, ερμηνεύοντας το ζήτημα της καθ΄ομοίωσης με την απόδοση χαρακτήρα θεϊκού στον ίδιο τον άνθρωπο.
Στο έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχάσει πως πέρα, στο βάθος η μόνη επιτολή που ντύνει το τοπίο είναι η μνήμη. Με σκοπό να αποδείξει το εφήμερο του ανθρώπου, θα χρησιμοποιήσει την ιστορική γνώση, ως τρόπο καταδίκης ενός ακίνητου παρόντος. Γιατί ο συγγραφέας από τη Θεσσαλονίκη δεν θα αποδεχτεί ίσαμε το τέλος του έργου τον παράγοντα του χρόνου, εκείνον που παρασέρνει τα σχέδια και τις πράξεις των ανθρώπων, αθροίζει χαλάσματα στις κοίτες του, σηκώνει αλλού τις νέες καλύβες, λούζει τα άλλα, τα νέα ξεροτόπια των ανθρώπων.
Μήτε το εργαστήρι του Πεντζίκη θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορο για τον αναγνώστη. Η ταιριαστή, γλωσσική σύνθεση του συγγραφέα επιτρέπει την κοινή χρήση λόγιων και καθημερινών λέξεων, σχεδόν προφορικών, καθώς και όπως προαναφέραμε την ενσωμάτωση όλων εκείνη των ορολογιών, τις οποίες ο συγγραφέας αντλεί από το ευρύτατο γνωστικό του πεδίο. Με την πρόσμιξη αυτή, θα κατορθώσει να επιβάλλει ένα ρυθμό λόγου, ικανό να συγκρατήσει τον αναγνώστη και να παρουσιάσει το μύθο του με τρόπο υποβλητικό και πρωτότυπο. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ακολουθεί τα κλασσικά πρότυπα της γραφής. Έχοντας διαμορφώσει ο ίδιος ένα τελειώς, προσωπικό είδος εσωτερικού μονολόγου, ο Πεντζίκης δεν θα αργήσει να καταστήσει τον αναγνώστη του υποκείμενο και μέτοχο της αισθητικής λειτουργίας που επιχειρεί με το διαρκώς περιπλεκόμενο λόγο του. Ο μόνος κίνδυνος για τον απαίδευτο περιπατητή στα εδάφη του Πεντζίκη δεν είναι άλλος παρά να μην αντιληφθεί τα πιο καίρια σύμβολα στο έργο. Εκείνα που θα προσδώσουν στις εικόνες του μια ιδιαίτερη, ποιητική απεικόνιση και χροιά.
Ο όρος «μυθιστόρημα» κατέχει περισσότερο μια κυριολεκτική της πρόθεσης παρά του είδους επισήμανση, αφού στη θέση της υποθέσης δεν υφίσταται παρά μια αποσνδύλωτη, κατά συνείδηση του συγγραφέα, παράθεση γεγονότων και προσώπων. Η έκφραση του μύθου, η ανάπτυξη της ιστορίας συνιστούν τις αιτίες για τούτη την επιλογή του τίτλου. Μα σε καμιά περίπτωση δεν θα ισχύσουν οι γνώριμες μέθοδοι του εν λόγω είδους. Η έμμεση αναφορά στο έργο του Δροσίνη «Έρση», συνιστά μονάχα την αφορμή για να στηθεί τούτο το αριστούργημα του Ν. Γ. Πεντζίκη με την αναγκαία λύτρωση του ανθρώπου, το χορό του επάνω στα συντρίμια των λεπτοδεικτών. Μήτε η λεπτομερής αναφορά στα πρόσωπα ή η επίμονη παράθεση της μεταβολής των διαθέσεών τους δεν θα αναφερθεί από τον Πεντζίκη, ο οποίος με τούτο τον τρόπο καταργεί απόλυτα τις γνώριμες, συγγραφικές συνήθειες. Τα πρόσωπα δεν πρωταγωνιστούν και τούτο γιατί θα πρέπει πάντα να συλλογιζόμαστε πως επιδίωξη του συγγραφέα είναι η μετάδοση της αίσθησης μα και της ίδιας της προσωπικής αισθητικής που τον χαρακτηρίζει. Η μίξη ποίησης, πρόζας, πεζολογιών, η διατήρηση του ύφους του εσωτερικού μονολόγου, η τμηματική αφήγηση, η απότομη διακοπή και η επαναφορά σε παλαιότερα ζητήματα, συνιστούν στοιχεία της πρωτοτυπίας του Πεντζίκη, ο οποίος θα μπορούσαμε να πούμε πως συμβάλει στο αναμορφωτικό έργο της γλώσσας και της έκφρασης γενικότερα. Συγκεκριμένα, στην ανάπτυξη ενός είδους διόλου διαδεδομένου στα ελληνικά πράγματα, σε αντίθεση βεβαίως με την αμερικανική σχολή και τις τάσεις των μπιτ που με τόσο πάθος επιδόθηκαν στις ονειρικές, ασυνείδητες περιγραφές. Μονάχα ο υπερεαλισμός με την τεχνική της αυτόματης γραφής θα μπορούσε να αποτελέσει συγγενές είδος. Σε κάθε περίπτωση το εργαστήρι του Πεντζίκη θα δώσει με τούτο το έργο ένα νέο, ξεχωριστό είδος, ικανό να συνδυάσει για πρώτη φορά τόσο ταιριαστά την ποίηση και το πεζό, φανερώνοντας την υποβλητική δυναμική του είδους της πρόζας.
Στο έργο του Πεντζίκη υπάρχει, όπως προείπαμε μια υπερβολική παρουσίαση πληροφοριών εξειδικευμένων και φανερά μην συσχετιζόμενων με την ίδια την υπόθεση. Ετούτο, δεν αποτελεί απλά μια ανεπάρκεια του συγγραφέα ή ένας εύσχημος τρόπος για να καλυφθεί η αδυναμία κατάστρωσης ενός σχεδίου γραφής. Η πραγματικά αιτία συνίσταται στο γεγονός πως ο Πεντζίκης με τούτο το τέχνασμα, το οποίο ίσως να γίνεται ασυνείδητα επιδιώκει από τα απλά πράγματα να καταλήξει σε σημαντικά συμπεράσματα με ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Με μια άκρως πετυχημένη σκηνοθεσία πραγματοποιείται η εξέλιξη των αυτοτελών γεγονότων, τέτοια ώστε να μεταφερθεί στον αναγνώστη η αίσθηση της ήττας και της μετέπειτα ένταξης του νικημένου ανθρώπου στο φυσικό φορέα, την πραγματική του πατρίδα. Με τη δημιουργία μιας persona, ο Πεντζίκης θα μιλήσει για το χρόνο, θα καταλύσει το προσωπικό του «εγώ», θα μετατραπεί σε ένα υπερκείμενο, δίχως καμιά δυνατότητα στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο Ρούιτ Όρας, με το παραφρασμένο όνομα της «γαλλικής» ώρας, θα «μακρύνει τα απογεύματα», θα κηρύξει το τέλος του νεκροστασίου, θα καταργήσει την τραγική συνέχεια.
Οι ομηρικές αναφορές, που αναδεικνύονται σε σύμβολα, μαρτυρούν ξεκάθαρα τη στενή σύνδεση του Πεντζίκη με την παράδοση. Η πρωτοπορία και η τόλμη του συγγραφέα, θα τον ωθήσουν με ευκολία στη χρήση του υλικού αυτού με προεκτάσεις ερωτικές, αναμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ίδια την παράδοση. Τούτο αργότερα θα αποτελέσει για τους κριτικούς το βασικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό των «ολίγων» ως πρωτοπόρων, μοντερνιστών.
Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα τεχνοτροπία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, δεν συνιστά απλά μια νέα φωνή ανάμεσα στις άλλες της Θεσααλονίκης του 30 μα το ουρλιαχτό των αναπάντητων ερωτημάτων, τα οποία ο άνθρωπος θα θέτει πάντα εις εαυτόν. Ο συγγραφέας θα παραδεχτεί τη δική του αγωνία και ως σκιά ή παρατηρητής ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου του θα δηλώσει με παρρησία τον αέναο, ανθρώπινο φόβο. Με τα χέρια απλωμένα, όλο αγωνία να συγκρατήσουν τον καιρό και τη ζωή, ο Πεντζίκης είναι το δέντρο, στη ρίζα του οποίου ακουμπά μια άλλη, αβίωτη εποχή. Δίχως να έχει δημιουργήσει σχολή με το όνομά του, έχοντας ψηφαριθμήσει κατά τα βυζάντινα πρότυπα τον κόσμο των ιδεών, ο σπουδαίος αυτό καλλιτέχνης από τη Θεσσαλονίκη τόλμησε να μιλήσει με τη δική του φωνή, ακολουθώντας με θάρρος την προσωπική του ενόραση. Ο οραματιστής Πεντζίκης θα μιλήσει για το χρόνο, τον έρωτα, τη μοναξιά, το φόβο, την πατρίδα, θα περιγράψει την πόλη που τον ανάθρεψε, θα νικηθεί και τελικά θα απλώσει τα χέρια του προς εκείνες τις φωνές που φωνάζουν εδώ και αιώνες πίσω από τη μεγάλη, αψιδωτή πόρτα.
Τούτο το κείμενο σωπαίνει, με τα λόγια του συγγραφέα, εκείνου που τόλμησε να μεταμορφωθεί, να γίνει λόγος, να ενταχθεί σε αυτόν και να επιβιώσει.
«Δεν μπορώ να σ’ απαντήσω αν
ειρωνεύομαι ή όχι. Θα ’πρεπε να
είμαι ένας μεγάλος, ένας απ’ αυ-
τόύς που βασίζονται στο μυαλό
τους, στην εξυπνάδα τους και ξέ-
ρουν. Eγώ δεν ξέρω ούτε τι λέω
ούτε τι γράφω.»
(Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης)
«Όπως ο μυστικισμός, η ποίηση προσπαθεί να αποκαλύψει αυτό που μας είναι άγνωστο, αλλά επίσης να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε οτιδήποτε υπάρχει ήδη μέσα μας».
Φίλιπ Λαμαντία (23/10/1927 – 7/03/2005)
Στις μέρες μας ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί καινοτομία, ούτε και ανταποδίδει δυναμικά στον σαθρό περίγυρο τις επιδραστικές εντάσεις που κάποτε προσέφερε, και ούτως έκανε την εγγραφή του στην παγκόσμια λογοτεχνική ιστορία. Ο Φίλιπ Λαμαντία όμως, θα ήταν εξίσου σπουδαίος ποιητής ακόμη κι αν δεν ήταν «υπερρεαλιστής» – αυτό είναι δεδομένο. Και μ’ αυτό το κείμενο στη μνήμη του, έχοντας διανύσει έξι ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο του, δεν τον μνημονεύουμε τόσο σαν σημαντικό υπερρεαλιστή, όσο σαν σημαντικό, αυθεντικό ποιητή.
Ο Φίλιπ Λαμαντία γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1927 στο Σαν Φρανσίσκο. Ήταν γιος Σικελών μεταναστών. Μετά τον θάνατό του εξακολουθεί, δικαίως, να θεωρείται ο πλέον αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος του σύγχρονου μετα-υπερρεαλισμού στις ΗΠΑ.
Μόλις έφηβος, ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσει τους ευρωπαίους υπερρεαλιστές που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην πόλη. Ο Αντρέ Μπρετόν τον χαρακτήρισε ως «φωνή που εμφανίζεται μια φορά κάθε εκατό χρόνια», και ο ίδιος ανέλαβε να τον προωθήσει άμεσα εκδίδοντας το 1946 το πρώτο του βιβλίο, Erotic Poems (Bern Porter 1946), στη συνέχεια ακολούθησαν οι συλλογές: Ekstasis (Auerhahn Press 1959), Narcotica (Auerhahn Press 1959), Destroyed Works (Auerhahn Press 1962), Touch of the Marvelous (Oyez, 1966), Selected Poems 1943-1966 (City Lights Books, 1967), μαζί με τους Charles Bukowski και Harold Norse, Philip Lamantia: Penguin Modern Poets, No. 13. (Penguin, 1969), Blood of the Air (Four Seasons Foundation, 1970), Touch of the Marvelous — A New Edition (Four Seasons Foundation, 1974), Becoming Visible (City Lights Books, 1981), Meadowlark West (City Lights Books, 1986), Bed of Sphinxes: New and Selected Poems, 1943-1993 (City Lights Books, 1997), Tau; with Journey to the End by John Hoffman (City Lights Books, 2008).
Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50, ο Λαμαντία πρωτοστάτησε στο κίνημα των Μπιτ, και καταχωρήθηκε ως ένας από τους μπιτ ποιητές. Ηλίου φαεινότερο πως ο χαρακτηρισμός «μπιτ» ήταν πιο συγγενικός με την ζωή και το έργο του – καθώς το υπερρεαλιστικό στοιχείο που χαρακτήρισε την ποίησή του, από την δεύτερή του μόλις ποιητική συλλογή συνεργάστηκε άψογα με τον «μεταμοντέρνο εξπρεσιονισμό» και την βιωματική θρησκευτικότητα (τα στοιχεία που οριοθέτησαν την γραφή και των υπολοίπων της γενιάς των μπιτ).
Από τα νεανικά του χρόνια επίσης διατεινόταν πως ήταν καθολικός και εξέφραζε την προτίμησή του στο τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου ως το τέλος της ζωής του. Την πρώτη φορά που η ανανεωμένη ποίηση συναντήθηκε ζωντανά, μαζί με την τζαζ, στην πόλη της Νέας Υόρκης, την βραδιά της 19ης Νοεμβρίου του 1957, ο Φίλιπ Λαμαντία ήταν παρών και βρέθηκε πάνω στη σκηνή της γκαλερί Brata, στο πλάι του Τζακ Κέρουακ, του Χάουαρντ Χαρτ και του Ντέηβιντ Άμραμ.
Η φήμη του ξεπέρασε από πολύ νωρίς τα αμερικανικά σύνορα, σε αντίθεση όμως με την κυκλοφορία μεταφράσεων του έργου του, οι οποίες πρωτοκυκλοφόρησαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 στην Γαλλία. Το κείμενο του, που έφερε τον τίτλο «The Crime of Poetry» περί αισθητικής και δυναμικής της υπερρεαλιστικής ποίησης, θεωρείται επάξια ως ένα από πλέον εύστοχα και χαρακτηριστικά κείμενα του είδους.
Μετά από αλλεπάλληλες ταξιδιωτικές αναζητήσεις και πειραματισμούς στον χώρο της μεταφυσικής και των ψυχοτρόπων ουσιών, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καλιφόρνια, όπου και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Θα σχολιάσει όμως κανείς, αρκούν όσα παρατίθενται σε τούτο το άρθρο για να προσεγγίσει κάποιος το έργο του ποιητή; Όχι, δεν αρκούν, αυτή εδώ είναι μια απλή ενημέρωση, το εκτεταμένο κείμενο θα αργήσει λίγο να έρθει, μα πιθανόν και να μην χρειάζεται· τόσα κείμενα αναφοράς που δημοσιεύονται τι ρόλο παίζουν στην τελική. Οι κριτικές εκτιμήσεις έχουν προ πολλού αρχίσει να κουράζουν, αρκεί ένα μικρό, σαν αυτό, «πρωτοσέλιδο» και ο υποψήφιος αναγνώστης θα πάρει τον δρόμο του.
Το έργο του Λαμαντία παραμένει επίκαιρο, και προς τέρψη ορισμένων σύντομα θα είναι προσβάσιμο στο σύνολό του. O μελετητής Γκάρετ Καπλς έχει αναλάβει την επιμέλεια των απάντων του ποιητή, τα οποία θα κυκλοφορήσουν σύντομα από τον εκδοτικό οίκο City Lights.
Βιβλιογραφία του Φίλιπ Λαμαντία στα ελληνικά:
Philip Lamantia – Αυτόματος Κόσμος (Άκρον 2000),
Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003),
Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007),
Τα Οράματα Μιας Απίθανης Γενιάς/Στοιχεία για την Beat Generation (Κέδρος 2011).
Στο μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά, με τον ομώνυμο τίτλο, μπορεί κανείς να εντοπίσει μια αισθητική του θανάτου. Ως ένα τελικό και αναπόφευκτό στάδιο της ζωής, ο Χειμωνάς, θα αντιμετωπίσει το θάνατο, σαν μια απλή, συμφωνημένη διαδικασία. «Ο Τ και η Μαργαρίτα φεύγουν από το σπίτι. Η Μαργαρίτα κρατά ένα πλαστικό δοχείο με βενζίνη. Στο κέντρο της πλατείας ο Τ σταματά και αρχίζει να φωνάζει.», («Μυθιστόρημα», Γ. Χειμωνάς). Για το συγγραφέα ο θάνατος είναι μια πράξη κοινωνική. Οι παραδόσεις της θεώρησής του, η καθολική επιρροή του δεν μπορούν παρά να τον αναδείξουν ως ένα άκρως κοινωνικό και ενταγμένο στη ζωή, γεγονός. Ο θάνατος δεν κρύβεται, η απουσία των ανθρώπων δεν υποκαθιστάται από κανέναν άλλο παράγοντα. Ο Χειμωνάς, αντιλαμβάνεται το θάνατο, όπως και την τέχνη. Και τα δύο ετούτα ουσιαστικά, μοιάζουν καταδικασμένα να επωμιστούν τις στερήσεις των ανθρώπων. Τα ακυρωμένα όνειρα, τις επιφυλάξεις, τις τραγικές μνήμες. Όλα ετούτα αναλαμβάνονται από την τέχνη και από το θάνατο. Άλλωστε είναι διάφανη εκείνη η ομοιότητά τους. Μια ομοιότητα του «τέλους», όταν όλα έχουν συμβεί. Όταν οι λέξεις έχουν ειπωθεί, όταν οι γραμμές των σχεδίων έχουν αποτυπωθεί, όταν τα πρόσωπα έχουν οριστικά εγκαταλείψει τη μονότονη πορεία τους. Δεν θα μπορούσε ο θάνατος να μην αποκτά μια λυτρωτική διάσταση στο Χειμωνά. Ή ακόμα και μια πιο ηρωική χροιά, αφού η ένταση ενός τέλους, περιφρονεί το πρόσωπο. Ο συγγραφέας προσεγγίζει το θάνατο με ταπεινοφροσύνη και σεβασμό. Άλλωστε πρόκειται για μια σκληρή πραγματικότητα, η οποία όμως, διατηρεί την μια τραγική γοητεία. Και τούτο το στοιχείο, της εγγενούς αισθητικής που χαρακτηρίζει την τελική έκφανση του βίου, ενσωματώνεται στους έμμεσους διαλόγους του «Μυθιστορήματος.»
Ο χρόνος στο έργο του Χειμωνά, διαστέλλεται μόνιμα, αποκτά έναν ευρύτατο, απροσδιόριστο όγκο. Συνιστά στοιχείο δευτερεύον. Η στιγμή θα συμπυκνώσει τη μνήμη. Και η μνήμη, στοιχείο ασύμβατο με την ορθολογική θεώρηση του θανάτου, θα κυριαρχήσει. Πρόκειται περί μιας μινιμαλιστικής διεργασίας.
Η μνήμη του θανάτου, υφίσταται, όχι ως ένα χαρακτηριστικό του γεγονότος, μα ως μια πραγματικότητα, ίσως αταίριαστη με το «τετελεσμένο» των πραγμάτων. Στο «Μυθιστόρημα», η αίσθηση είναι δεδομένη. Στην έναρξη της διήγησης, ήδη ο Χειμωνάς τοποθετεί τον άντιήρωα, πρόθυμο να ολοκληρώσει το μυστήριο της ζωής. «Τον Οκτώβριο του 65 αποφάσισα να πεθάνω.», γράφει ο Χειμωνάς και ουσιαστικά περιγράφει το τέλος, που θα βρει τον αναγνώστη μάρτυρα αυτής της επιλογής. Ο συγγραφέας, δεν αντιμετωπίζει κλινικά την απόφαση αυτή. Σκιαγραφεί τον κύκλο, ακολουθώντας την ήδη δεδομένη διαγράμμισή του. Αφετηρία του Χειμωνά, μοιάζει να είναι η αποδοχή του θανάτου. Επιδίωξή του, συνιστά η αποτύπωση μιας αισθητικής, μιας αισθητικής του «τέλους», η οποία καταστρέφεται από την ίδια τη ζωή. Στο έργο του Χειμωνά, ίσως η έκπληξη να είναι ακριβώς ετούτο το στοιχείο. Ο φόβος του θανάτου, εξαιτίας της ίδια της ζωής. Ο «ξένος» του «Μυθιστορήματος», είναι εκείνος ίσως ο εαυτός, που υποψιάστηκε ετούτο τον τρόμο και φτάνει στο φως, ως μια σκοτεινή και απάνθρωπη αιτία. Ο «ξένος» που αποδέχεται τελικά την ήττα ενός υπονοούμενου συμπεράσματος.
(Μετάφραση : Σωτήρης Σελαβής)
Παθιασμένη αλλά και προσεκτική μετάφραση ενός κομβικού ποιητικού έργου της ευρωπαϊκής ποίησης. Θα πίστευε κανείς πως μετά από τις ιστορικές μεταφράσεις του Άρη Δικταίου (Κάδμος 1957), του Δημήτρη Δήμου (Κωνσταντινίδης 1975), και του Βασίλη Λαζανά (Αθήνα 1994) οι «Ελεγείες του Ντουΐνο» θα ήταν παραπάνω από ρίσκο να μεταφραστούν ξανά στα ελληνικά.
Η προσέγγιση του Σωτήρη Σελαβή όμως αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Η αμφίκυρτη αισθητική και το χαρακτηριστικό ευγενές ημίφως του Ρίλκε έχουν παρασυρθεί ολοκληρωμένα και στιβαρά στην ελληνική γλώσσα, μια ελληνική που τιμά τον εαυτό της εξίσου όσο και το αυθεντικό έργο τιμά την γερμανική. Μαζί με την μετάφραση προσφέρεται και το πρωτότυπο σε μία όμορφη, σχεδόν νοσταλγική έκδοση, την οποία επισφραγίζει το επίμετρο του Κώστα Κουτσουρέλη.
Οι «Ελεγείες του Ντουΐνο» αποτελούν συνάμα τον πρώτο τίτλο των νεοσύστατων εκδόσεων «Περισπωμένη».
Παρουσιάζει ο Γιάννης Λειβαδάς
This slideshow requires JavaScript.
Όλα υπό εξέλιξη. Καθετί μια αλληλεπίδραση, υπερβατικότητα του άτυπου· καθαρή παρέμβαση, ακόμη καθαρότερη η επίδραση. Πρέπει να κοιταχθείς μέσα στα έργα, δεν υπάρχει λόγος να μιλάς γι’ αυτά, όπως μιλά τώρα ο υποφαινόμενος για τους εξαιρετικούς πίνακες του Gunter Ludwig, μα δεν γίνεται να παρουσιάσεις έναν εικαστικό τέτοιας εμβέλειας με άλλον τρόπο.
Κάθε εκφραστική χειρονομία του ζωγράφου αντιτάσσεται διαμετρικά και ανεπιστρεπτί στη σύγχρονη εικονογραφία που ώρες-ώρες φαίνεται να πνέει τα λοίσθια έχοντας υποκύψει δραματικά στον φορμαλισμό της «βίντεο-αρτ» και στις κουραστικές, συχνά αυτιστικές εικονογραφίες της «ποπ» κουλτούρας των ημερών μας· που μοιάζουν τόσο με νύχτες. Σκέτα δράματα.
Στα έργα Gunter Ludwig δεν βρίσκει καταφύγιο κανένας συναισθηματισμός, καμία πρόφαση, όπως και μία προσπάθεια να αναδειχθούν πτυχές μερικών εντυπώσεων. Αποκλείονται πάσης φύσεως αντιδράσεις του φαινομενικού, συντομεύσεις και διαπιστευτήρια οργανωμένων ή ανοργάνωτων εκρήξεων. Λειτουργεί μία εσωτερική, υπερβατική σταθερά. Δεν υπάρχει κόπος δημιουργίας, δεν υπάρχει σύνεση ή επίγνωση, παρά μονάχα φυσικότητα.
Είναι προσιτός γιατί ζωγραφίζει όντας ελεύθερος, αφορά γιατί έχει αποτινάξει από πάνω του το σκιώδες, το επίπλαστο κάθε εννοιολογικής αναφοράς.
Η πραγματικότητα του Ludwig είναι αφομοιωμένη από την πανοπτική του όλου, του αδιαχώριστου κενού όπως αυτό προσεγγίζεται εκ του φυσικού όταν κανείς αποτελεί οργανικό μέρος του.
Η φύση των εικόνων του – παραμορφωμένες από μια δεύτερη φυσικότητα και όχι από κάποια αμιγώς εικαστική σκοπιμότητα - είναι μια αυτόματη έκφραση σεβασμού στην ανθρώπινη εισβολή του καλλιτέχνη στην αναπαράσταση μα εν τέλει και στην ίδια την ζωή.
Κάθε αρχικό πλαίσιο έρευνας, σύγκρισης και αποτύπωσης χάνει τα όριά του και επανεισάγεται μέσω των οραμάτων του που δεν είναι άλλο από μειλίχια και σχεδόν αθόρυβα παιχνίδια μιας αντιπροσωπευτικής δύναμης. Της δύναμης του καλλιτέχνη που υφίσταται πράγματι, της δύναμης του Gunter.
Οι μελετητές και η κριτική δεν θα έχουν τη δυνατότητα να πουν «νίπτω τας χείρας μου».
Παρουσιάζει η ’Αννα Νιαράκη
“ Ησυχία. Η συμφωνία με τον ωραίο διάβολο
τελείωσε. Φωτίζει στα νύχια μου τώρα
δάσος ποίησης φιλιών [...] “
Η συμφωνία του Κώστα Ζήλια με τον ωραίο διάβολο της ζωής ήταν βραχείας διάρκειας. Ο ποιητής πέθανε το 1996, μόλις στα 41 του χρόνια. Γεννημένος το 1955 με σπουδές στην Ιταλία, στις Οικονομικές Επιστήμες, εργάστηκε κυρίως ως καθηγητής Ιταλικών. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ποιήματα, Δωδώνη1971, Σκεπασμένη Γέφυρα, Δωδώνη 1972, Το Σύνθημα, Κέδρος 1975, Πρώτες γνωριμίες στο Σανατόριο, 1977, Ίχνη της Μεσογείου (στα ιταλικά) μαζί με τους ποιητές Cinzia Zungolo και Τάσο Σαμαρτζή, Trace 1987, Φωνές και Φάρσες, Απόπειρα 1987.
Στο βιβλίο Η σημασία του αριθμού 5 και άλλα ποιήματα βρίσκονται συγκεντρωμένα τα 47 ποιήματα της συλλογής με τη σειρά που τα είχε δακτυλογραφημένα ο ίδιος, καθώς και μια ανθολόγηση από τον Τάσο Σαμαρτζή 83 ποιημάτων εκ των 378 του συνόλου που έγραψε ο Κώστας Ζήλιας από το 1987 έως το θάνατό του.
Στο εισαγωγικό σημείωμα, ο Τάσος Σαμαρτζής, μας συστήνει τον ποιητή μέσω της προσωπικής φιλίας που τους έδενε, σκιαγραφώντας τον μελαγχολικό, απόμακρο, ευαίσθητο και κλειστό χαρακτήρα του. Μας εισάγει με τον τρόπο αυτό και στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, το οποίο διαπνέεται από ανάσες φυγής, μοναξιάς, ευαισθησίας, αγωνίας του θανάτου αλλά και της ίδιας της ζωής.
“Ακαταστασία στο δωμάτιο και ερημιά ανυπεράσπιστη
Καιρός για προφητείες
Έτσι μόνο θα ξεφύγουμε από την ανθρωπότητα και τα μάτια
μας θα ερωτευτούν ασημένιους νεκρούς“
Τα ποιήματα της συλλογής κυριαρχούνται από εικόνες δυνατές. Η χρήση των επιθέτων, προσεγμένη, συχνά πρωτότυπη και απρόσμενη, δίνει στα αντικείμενα μια άλλη, ποιητική διάσταση “…το αιμοσταγές παλαιό μου ρολόι“, “… μισαλλόδοξα δεξαμενόπλοια“, “… στα πικρά πλήκτρα του ορίζοντος“.
Αφηρημένες έννοιες αποκτούν ανθρώπινη υπόσταση και χαρακτηριστικά “… το χρυσό δόντι του τίποτα“, “… γέρικο αιδοίο της πιο ήπιας μοναξιάς“, “… ο ήλιος (…) θα γλείψει με την κίτρινή του γλώσσα“, “… να προλάβεις τις αϋπνίες της θάλασσας“, “… ανέκφραστα βότσαλα“.
Σε κάποια ποιήματα ο Ζήλιας χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν πιόνια της προσωπικής του παραδοξότητας. Ρισκάρει, αντικαθιστά, πειραματίζεται και ως ένα βαθμό καταφέρνει να πάει τη γραφή του ένα βήμα πιο πέρα. Να τεντώσει λίγο τα δουλεμένα όριά της.
“ οι λέξεις που χρησιμοποιούσα
σαν διασταύρωση ενώ ντουλάπι
φονικού μεδουσοπλατεία έφερα σελήνη
έφεραν θρίαμβο η περιέργειά μας [...]“.
Η συλλογή διαθέτει σώμα στέρεο, γραμμένη σε ελεύθερη φόρμα, διανθισμένη με στοιχεία πεζολογικού χαρακτήρα έχοντας το θάνατο να λειτουργεί ως το πεδίο πάνω στο οποίο ο Ζήλιας ξεδιπλώνει τις ποιητικές του αναζητήσεις. Αναζητήσεις βαθειά μελαγχολικές όσο και βαθειά ανθρώπινες:
” έτσι κράτησα πάντα μέσα μου
τη δίψα μου για θάνατο
και τη λαχτάρα μου για ζωή“
Η ποίηση είναι για αυτόν το ξόρκι του θανάτου, διέξοδος από τη μοναξιά, τόπος συνάντησης με τον εαυτό του
“ η μόνη βοήθεια που μπορείς να
μου δώσεις σ’ αυτό το παιγνίδι
είναι να φανταστείς πως υπάρχω“
Εμβόλιμα, σχεδόν σε όλη τη συλλογή δύο στοιχεία-κλειδιά: το τρένο και ο καθρέφτης.
Ένας καθρέφτης άλλοτε μυστικός, άλλοτε παλιός μέσα στη μνήμη, άλλοτε ραγισμένος, πότε αποκαλύπτει, πότε ανασύρει, πότε παραμορφώνει…
Και το τρένο, που ασταμάτητα διατρέχει όλη τη συλλογή σαν να είναι τα ποιήματά της ράγες,
“...οι ράγες λύνουν τα γαλάζια κορδόνια των τρένων…“
κυλά
“…αφήνοντας την ώρα να περνά
αφήνοντας την αγάπη να περνά
ήταν όλα ένας σταθμός
μα δε θα υπάρξει ταξίδι“.
Εκδόσεις Απόπειρα, 2008














