You are currently browsing the category archive for the ‘Δοκίμια’ category.
Τα χαρακτηριστικά κάθε εποχής συνιστούν ζήτημα, το οποίο τεκμηριώνεται, παρουσιάζεται και αξιολογείται από την ιστορική έρευνα. Ετούτη, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες, τις ειδικές συνθήκες κάθε εποχής, τα πρόσωπα και τα δρώμενα αυτής εξάγει το συμπέρασμά της, κατατάσσει και αξιολογεί όλα εκείνα τα μεγέθη, τα οποία επικράτησαν μια συγκεκριμένη περίοδο και τελικά προσδιορίζει τη γενικά, παραδεκτή άποψη.
Στοιχεία όπως οι οικονομικές δομές, οι κοινωνικοί συσχετισμοί, η πολιτική δράση, ο πολιτισμός, αποτελούν το υλικό που αξιολογεί η ιστορία. Εξειδικευμένη, με την πρόθεση να καταστεί αναλυτική, η ιστορική έρευνα δεν διστάζει να καταπιαστεί με κάθε τομέα της ανθρώπινης δράσης. Έτσι, λοιπόν και η λογοτεχνική παραγωγή, δεν μπορεί να μην αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και έρευνας από το μελετητή. Ο λόγος, ποιητικός, πεζός, επιστημονικός, ο λόγος ως μορφή και ως περιεχόμενο συνιστά αντικείμενο μιας ενδελεχούς μελέτης, η οποία προβαίνει σε ποιοτικές και ποσοτικές εκτιμήσεις, ενώ ταυτόχρονα εκτιμά τους δημιουργούς, αλλά και το βαθμό διαμεσολάβησης ετούτου του λόγου με τους υπόλοιπους τομείς που πλαισιώνουν τις επιμέρους έννοιες και τις ειδικότερες συνιστώσες της κοινωνικής πραγματικότητας.
Ετούτος ο πρόλογος δεν παραθέτεται παρά μόνο για να βεβαιωθεί η μελλοντική εκτίμηση της επίκαιρης, λογοτεχνικής πραγματικότητας, για να καταστεί δηλαδή σίγουρος, πέρα από κάθε αμφιβολία πως η σημερινή κατάσταση στον παραγόμενο και εκφερόμενο λόγο θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για τον αυριανό στοχαστή. Εκείνος θα κληθεί να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα, να παραχωρήσει τις απαραίτητες καταφάσεις στα ζητήματα, τα οποία σήμερα ταλανίζουν τη γλώσσα.
Μιλώντας, όμως για ζητήματα και με δεδομένο την «αυριανή» ανάλυση και την δίχως υπεκφυγές στάση της, ίσως να συνιστά εξαιρετικής σημασίας η έγκαιρη επισήμανση, αδόκιμα έστω, των παραγόντων εκείνων, οι οποίοι πρόκειται να απασχολήσουν την έρευνα. Και τούτη η απόπειρα δεν απαιτεί μια εύκολη ή αισιόδοξη πρόβλεψη, μα μια ειλικρινή κατάφαση απέναντι στις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες της σημερινής, λογοτεχνικής πραγματικότητας.
Δεν αμφισβητεί κανείς πως ο λόγος, ως αντικείμενο της τέχνης έχει γνωρίσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέλιξη και μια ευρύτερη διάδοση. Έχει δηλαδή καταστεί ένα είδος προσβάσιμο από τις πιο πλατιές μάζες, εκείνες οι οποίες πριν από μερικές δεκαετίες δεν μπορούσαν ή ακόμα δεν διατηρούσαν ένα στοιχειώδες, έστω ενδιαφέρον για τα έργα του λόγου. Και τούτο γιατί οι περίοδοι εκείνες ήταν εποχές αγραμματοσύνης και κοινωνικών ή πολιτικών αποκλεισμών, οι οποίοι κάθε άλλο παρά επέτρεπαν στο μέσο άνθρωπο να απολαύσει τους καρπούς του πνεύματος. Η κατηγοριοποίηση των δημιουργών με γνώμονα στοιχεία εξωλογοτεχνικά είχε ως αποτέλεσμα, το έργο όσων έπεσαν θύματα αυτής της πρακτικής, να περιέλθει σε δεύτερη μοίρα, να διατηρηθεί άγνωστο και μόνο όταν σκύψει κάποιος αδέξιος μελετητής να βεβαιώσει ένα χαρακτήρα λιγότερο ή περισσσότερο σπουδαίο. Να αναφερθεί με την ταυτότητά του και το περιεχόμενο αποζητώντας τη συγκίνηση της προσωπικής αισθητικής. Σε μια συλλογική τέτοια ματιά έπρεπε να στοχεύουν οι δημιουργοί, οι οποίοι πλην εξαιρέσεων στάθηκαν στο ύψος τους, μή συγχέοντας το έργο και την ποιότητά του με ζητήματα έξω από την τέχνη, δίχως να διαταράσσεται η πνευματική εξέλιξή τους, χωρίς να ξεθωριάζει η δυναμική του «τάλαντου», το οποίο δεν αποτιμάται και με βεβαιότητα, δεν εξαγοράζεται. Λάμπει και κοσμεί ύστερα από την εκτίμηση και τη διασταύρωσή του με το πλήρωμα του καιρού. Αυτός ο ρομαντισμός όμως στο σκοπό της γραφής, η ειλικρινής δηλαδή τοποθέτηση του ενός ή του άλλου, συνιστά και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή της μιας ή της άλλης εποχής.
Ο σημερινός καιρός έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Πρόκειται για ένα καιρό παράξενο, ο γράφων θα τον αποκαλούσε ως «αιώνα της υπερβολής.» Σε όλους του τομείς μια διαρκής εισροή νέων φωνών, οι οποίες διεκδικούν πλέον, όχι την αγόρευσή τους σε τάσεις, λόγω του νέου και ανατρεπτικού λόγου που προτείνουν. Εστιάζοντας στον όρο της «υπερβολής» και θέλοντας η επιχειρηματολογία τούτη να στέκεται στέρεα, ας λάβουμε υπόψη πως οι νέοι, αυτοί καιροί που διανύουμε δείχνουν μια κριτική ανοχή και έτσι ο καθένας, είναι δυνατόν να ορίσει τον κόσμο μέσα από την πιο βολική για αυτόν τοποθέτηση. Έτσι η υπερβολή μετατρέπεται σε κυρίαρχη τάση, κατακερματίζεται, συμβάλοντας στη δημιουργία μορφών σκέψης και όχι μορφών ζωής. Κάποιος ποιητής γράφει: «Εσύ κοιμάσαι σε άλλη θεωρία» και πώς να βρει κανείς καλύτερο τρόπο να προσδιορίσει τη διαρκή κατηγοριοποίηση σε τάσεις, μόδες, κινήματα, συνδικάτα, πολιτικές ή κοινωνικές φράξιες. Το δικαίωμα αποδίδεται λοιπόν, η ελευθερία φροντίζει για τούτο. Μα είναι μια ελευθερία μη διαχειρίσιμη, τα κριτήρια, τα οποία επιβάλλει χαίρουν μιας υποκειμενικότητας που ποικίλει και εναλάσσεται. Και φυσικά, πέραν πάσης αμφιβολίας τούτο αποτελεί μια κατάκτηση. Δεκτόν. Μα φαντάζει εξωπραγματική εκείνη η θεώρηση πως τάχα όλοι εμείς γυρεύουμε την αλήθεια. Ο προορισμός συνιστά ζήτημα δευτερεύον, εδώ κρίνεται ο ενθουσιασμός, η ακραία δήλωση προτίμησης, το κοινό ακολουθεί άκριτα πια τη στέψη εκείνου που θεωρείται πως κραυγάζει πιο αρμονικά με μια πρόσκαιρη ευαισθησία. Νιώθεις την ανάγκη να ομολογήσεις πως όλα έχουν ειπωθεί, πως όλα είναι πια λυμένα ή απλά ληγμένα, δίχως κανένα ενδιαφέρον. Αναζητούνται νέες λέξεις, νέες ωθήσεις, συχνά το αποτέλεσμα δικαιώνει το δημιουργό, η έντασή του φθείρεται, η ποίηση και ο λόγος αδυνατούν πια να συλλάβουν το νόημα των καιρών. Πορεύονται με απροσδόκητες, μηχανικές κινήσεις, ο λόγος εξαντλείται. Τίποτα νέο δεν λέγεται. Μα δεν πρέπει να τρομάζει αυτή η ομολογία. Το ζήτημα δεν ήταν ποτέ οι θεματικές. Εκείνο που γύρευαν οι πιο γνήσιοι, οι πιο λαμπροί του είδους ήταν το αμυδρό φως, εκείνο που καταφτάνει από το βάθος και δείχνει την κατεύθυνση της αλήθειας. Δεν ενδίδει στις φόρμες, στα μέτρα, δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον στις άχαρες συζητήσεις πέρι τάσης. Ο αυθεντικός, εκείνος που επιθυμεί τη μετάβασή του στην «Ιθάκη» δεν παρασύρεται από τους υπόλοιπους σκοπούς. Η αλήθεια φαντάζει αρκετά ικανή πρόκληση. Δεν επιτρέπει παράλληλες αναζητήσεις, ζητά το ένστικτο να λάμψει, να εδραιώσει και να συνδυάσει όλα τα άξια μιας περιόδου.
Προκύπτει φυσικά, δίχως κανενός είδους πίεση, η υποψία του βασικού ερωτήματος, στην προσπάθεια να ορίσουμε το εκλεκτό έργο μιας εποχής. Ο βαθμός αμεσότητας της απάντησης επιβεβαιώνει ή διαψεύδει ακριβώς αυτή το επιλογή.
Η καθαρή αισθητική είναι μια προικισμένη Μούσα, η μόνη που δεν δικαιώθηκε ποτέ. Η πρώτη εντύπωση συνιστά την πιο σπουδαία απόκριση, γιατί είναι ίσως μαθημένο το μάτι να ζητά το «αληθινό» και όταν το βρίσκει να το ομολογεί δίχως υπεκφυγές.
Η γεωμετρία της διάφανης αισθητικής είναι πεδίο πολεμικό, γύρω κείτονται νεκρές ή στην καλύτερη περίπτωση ασθμαίνουν βαριά οι επιβεβαιωμένες απαντήσεις. Επαναλαμβάνονται με το μυστικό τους κώδικα να ολοκληρώνεται πάντα ως αισθητική και βλέμμα. Οι απαντήσεις, ξαναλέει ο γράφων αποτελούν όλες εκείνες τις φωνές που ξεχώρισαν για την ανθρωποκεντρική τους ουσία.
Μα η αλήθεια, ατόφια είναι αμφίβολο αν βρίσκεται εκεί. Κάποτε, λοιπόν θα έφτανε ο καιρός να ειπωθεί και τούτο. Το έργο της παράδοσης μελετήθηκε, παρουσιάστηκε, εκδόθηκε, έγινε κτήμα του κόσμου, κοινωνήθηκε, τώρα πια κάθε αναφορά λέει ελάχιστα, πρόκειται περί ενός «μαυσωλείου», στο οποίο φιλοξενείται στη νεκρή σιωπή της, το πτώμα της έντασης ενός οράματος. Κάθε ποίηση και κάθε κραυγή αποτελεί μια άλλη περιγραφή της ίδιας, ελιοτικής, έρημης γης. Μόνο που η χρησμοδοσία του Βρεττανού επιβεβαιώθηκε και τώρα όντως αντιμετωπίζουμε και ζούμε τρομαγμένοι, ανάμεσα σε τέρατα και αγωνίες. Η παράδοση πρέπει να αποκωδικοποιηθεί και τούτο απαιτεί μια οπτική, η οποία έχει εκλείψει. Εκείνη του συνδυασμού, του αλληλοσυσχετισμού όλως των παραμέτρων, όλων των συνιστώσεων, μέχρι να αποτυπωθεί καθαρό και διάφανο το γεωμετρικό σχήμα όλων των αρχαίων σημείων. Πρέπει να γυρεύει κανείς τη σημασία. Γιατί πια, ετούτος ο λόγος ο παλιός, ο θρυλικός λόγος δεν λέγει, ούτε κρύπτει, μόνο σημαίνει. Και αυτή τη σημασία πρέπει να αντιμετωπίσουμε, αν θέλουμε να λένε για μας πως γυρέψαμε με πείσμα την αλήθεια. Και έτσι πλάσαμε ωραία και καλά έργα, ικανά να διαψεύσουν τα όρια της δημιουργικότητας, να κλονίσουν την πεποίθηση για την απόδοση του όρου «κλασσικό» ή «υπόδειγμα.»
Την ώρα που συγκλονιζόμαστε και μόνη μας σκέψη είναι αν θα κατορθώσει ο αναγνώστης να διακρίνει το σπουδαίο υποννοούμενό μας, καιρός είναι να αρθρώσουμε το σκοπό, να πούμε για ποιο πράγμα γράφουμε, σε ποιον απευθύνονται τούτα τα απενενοημένα σημειώματά μας. Πρόκειται για γράμμα σε άδειο μπουκάλι, κανείς δεν γνωρίζει πού και πότε θα παραδοθεί και αν εκείνος ή εκείνη που το βρει, μπορέσει να εκτιμήσει την ουσία, την ένταση του υψίσυχνου ρεύματος. Να γράφεις για την αλήθεια, εκτιμώ πως σημαίνει να χτυπάς με το μαχαίρι στο νεύρο του υλικού, μέχρι εκείνο να πάρει την όψη και να μοιάσει σε οτιδήποτε αληθινό. Γυρεύω, εννοώ, να σφυρηλατηθεί η πρόθεση και σε τούτο το καλούπι να πειραματιστούμε.
Μα να είναι το αποτέλεσμα ειλικρινές και να φροντίζουμε με τρυφερότητα και όχι δισταγμό, όλα τα χνάρια που κινδυνεύουν να σβήσουν. Ο συγχρωτισμός του λόγου, η ένταξή του σε μια πορεία συνιστά ίσως ένα αντίδοτο στον καταφατικό, κατά τα άλλα κατακερματισμό του. Μονάχα έτσι θα βρεθούμε κάποτε εμπρός στις ακτές ενός «νέου κόσμου.» Η ποίηση δεν είναι προσωπική, μονάχα ο κώδικας και είναι λιγότερο ευτελής υπόθεση για να εισάγουμε στην ακτίνα της υπερβατικής δράσης της, μικρότητες και σκοπιμότητες εντυπωσιασμού. Θέλει ρυθμό και άνθρωπο η ποίηση. Και είναι φτιαγμένη από τις σκέψεις χιλιάδων, μαρτυρικών σιωπών. Το υλικό αυτό δεν επιδέχεται λησμοσύνης.
Να μην λέγονται παρακαλώ πολλά. Πρόκειται περί αυτοκρατικής, πρωτίστως.
The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2011 annual report for this blog.
Here’s an excerpt:
The concert hall at the Syndey Opera House holds 2,700 people. This blog was viewed about 8,200 times in 2011. If it were a concert at Sydney Opera House, it would take about 3 sold-out performances for that many people to see it.
7 ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ:
ένα παιχνίδι αφορισμών
1. ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ, ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ
Καλό είναι να χειρίζεται κανείς καλά την επιφάνεια της γραφής. Μπορεί να φτάσει, έτσι, ακόμη και σε γοητευτικά αποτελέσματα. Αλλά δύσκολα φτάνει κανείς λίγο μακρύτερα απ’ αυτό (τη γοητεία της επιφάνειας), αν δεν ασκηθεί και στην υποβολή ενός πιο υπόκωφου βάθους. Εάν λείπουν οι υπόγειοι κραδασμοί, είτε προκαλείς πολύ επιφανειακούς σεισμούς και δεν ρίχνεις κανένα κτίριο είτε δεν προκαλείς κανέναν σεισμό απολύτως. Είναι βέβαια και θέμα αισθητικής και στοχοθέτησης. Μπορεί να προτιμάς την ήρεμη γη και τα ακύμαντα νερά. Για πόσο, όμως, κανείς να ασχοληθεί με την ήρεμη και ακύμαντη τέχνη; Τέχνη είναι η τελετουργική «επιτέλεση» της ζωής εν κρίσει.
2. ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΟΝΤΑ
Τι κι αν είσαι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών ή του Χάρβαρντ; Αυτό δεν θα σε κάνει καλό συγγραφέα, αν δεν είσαι. Άλλο η γραφή του διδακτορικού και άλλο το διδακτορικό της γραφής. Ευτυχώς, βέβαια, το δεύτερο δεν υπάρχει. Δεν θα το λάβεις ποτέ από κανέναν.
3. «ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟΙ» ΝΕΑΡΟΙ: ΠΟΙΗΣΗ
Να συμπαθώ όλους τους πολύ νεαρούς ποιητές, ειδικά όσους δεν έχουν ακόμη δημοσιεύσει. Καμιά φορά εμφορούνται βαθιά από το πνεύμα μιας μούσας, ακόμη κι αν δεν ξέρω συχνά ποιας ακριβώς. Μάλιστα, μία υποκατηγορία αυτού του είδους δεν μπορεί παρά να ζει και να φέρεται «ποιητικά». Το μεγαλύτερο πρόβλημα αρχίζει όταν γράφουν ανεπεξέργαστα και δίχως να διαβάζουν ή να βλέπουν οτιδήποτε άλλο πέραν του εαυτού τους. Ακόμη χειρότερα: όταν τους βλέπεις να βυθίζονται στην κοινοτοπία – άκομψο παράπτωμα, γιατί δεν θα έπρεπε να συνάδει καθόλου στα πρώτα νιάτα. Συνήθως, στις περιπτώσεις αυτές, η μπαναλιτέ τους ούτε ανήκει σε καμιά παράδοση ούτε προσπαθεί να καταρρίψει κάποια. Όλους τους υπόλοιπους νεαρούς ποιητές να τους αγαπώ και να τους προσκυνώ.
4. Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΩΝ ΖΕΙ
Γλυκύτατοι είναι μερικοί ποιητές στενών αισθητικών οριζόντων. Μοιάζουν με τους ερασιτέχνες ζωγράφους, που μαθαίνουν λίγη ζωγραφική στα πενήντα τους για να κυλάει συντροφικότερα η μελαγχολία του ελαύνοντος τέλους. Τα χαρακτηριστικά τους: ελπίδα και καραβάκια, θάλασσα και ενατένιση, Ελλάδα και πεύκα, πίστη στη ζωή και στην ανθρωπιά. Αλλά και: θανατερή μελαγχολία, ωραιοπαθή τοπία, παλαιομοδίτικη δραματικότητα, φουλ στο καλολογικό στοιχείο. Της αντίληψης ότι όσο πιο ωραία λέξη βρούμε στο λεξικό, τόσο πιο καλό το ποίημα. Είναι αλήθεια συμπαθείς. Είναι κρίμα που δεν δημοσιεύονται στα σοβαρά περιοδικά, και σχεδόν το εννοώ.
5. ΠΟΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΝΑ ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ
Τη δυσκοίλια, περίκλειστη και ασφυκτική. Με τη σοβαροφανή και αγέλαστη εκείνη επιδειξιμανία του μετανεωτερικού πνεύματος, που καμώνεται το βάθος. Την ποίηση που προσποιείται πως ανάγει τον Λοξία σε αυταξία, στην ουσία όμως απομακρύνεται από την Ιδέα του Λοξού Απόλλωνα (στην οποία κάθε ποίηση θύει), καταλήγοντας να μοιάζει με το χυδαίο ελληνιστικό εμπόριο Πυθιών. Είναι μια αυστηρώς ενδο-οικογενειακή μαστούρα της διανόησης που, όχι μόνο ξεχνά το σώμα (δεν πειράζει), αλλά και υποστηρίζει πως το υποκαθιστά (πειράζει). Είναι το παρατεταμένα άθαυτο τυμπανιαίο πτώμα μιας ασυγκίνητης κλίκας, που νομίζει πως ζει ακόμη στον Μάη του ’68, αν και δεν κατάλαβε γρι από τη χαρά του. Ευθύνεται για μεγάλο μέρος της σύγχρονης παρεξήγησης σχετικά με το άβατον –τάχα– της ποιήσεως. Δεν αποτελεί παρά μία άσφαιρη, νωχελική, αυτιστική ψυχεδελεια του νοός, που αναπαράγει το σημαινόμενο στο άπειρο. Το ξεφτιλίζει και το ξεφτά. Είναι ένας μονόχορδος μετατονισμός, που απομακρύνεται ολοένα, και διά παντός, από το πράγμα. Καταλήγει σε: λέξεις-λέξεις-λέξεις. Λέξεις τουβλάκια, αλλά άυλα, άσκοπα. Που δεν χτίζουν τίποτα, που δεν γκρεμίζουν τίποτα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως τέτοια ποίηση θα έπρεπε να ξιπάζει μόνο «ασώματους»: δηλαδή, όσους έχουν μόνο κεφαλή. Και, δηλαδή τότε, ποιους;
6. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΝΙΟΣΤΗ
Ας νιώθω αμηχανία και καχυποψία κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε ποίημα ή πεζό, που μου δημιουργεί την αίσθηση πως διαβάζω κάτι που δεν θα έπρεπε: πως κρυφοκοιτώ σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο κάποιου – τίποτα άλλο. Εάν δεν πρόκειται για κάποιο εσκεμμένο μεταμοντέρνο παιχνίδι προσωπείων, τότε ένα τέτοιο κείμενο συνήθως εξαπολύει στα μούτρα μου τον ψυχικό χυλό ενός επαίτη-συγγραφέα, με συνηθέστερα χαρακτηριστικά του τη μεμψιμοιρία και τον αυτοοικτιρμό. Ο αναγνώστης δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται ως ο εξομολόγος του συγγραφέα: να, μεταξύ άλλων, ένα ανάποδο κριτήριο, βοηθητικό για να αποφασίζω αν ένα κείμενο είναι ή όχι λογοτεχνικό.
7. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ (π.χ. ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ)
Χαριτολογώντας ελαφρώς: Νομίζω ότι οι νέοι ποιητές σήμερα καλό είναι να επηρεάζονται από οτιδήποτε άλλο εκτός από ποιητές (και εννοώ κυρίως: ποιητές «ποιητικούς» και «ποιητικίζοντες»). Χίλιες φορές να επηρεάζονται από τις οπτικές τέχνες ή από πεζογράφους. Όχι όμως από όλους. Και μιλώντας για την Ελλάδα, όχι, προς Θεού, από τον Γιώργο Χειμωνά. Πώς να επηρεαστείς από τον Χειμωνά; Ο βαθιά επηρεασμένος από εκείνον έχει έγκαιρα αγωνιστεί να απεγκλωβιστεί από την επιρροή του, μόνο και μόνο γιατί ο λόγος του Χειμωνά είναι τόσο κατακερματισμένα ολιστικός και αυτεξούσιος, τόσο αυτοκαθορισμένος και μόνο δικός του, ώστε δική σου μοίρα πλέον δεν μπορεί παρά να είναι αυτή: απλώς να παράγεις κακοφορμισμένες ρεπλίκες του. Μερικοί δημιουργοί (ελάχιστοι) δεν σου δίνουν πολύ ορατή επίδραση, ακριβώς επειδή είναι τόσο «επιδραστικοί». Αυτό είναι, θαρρώ, το ευεργετικό ξόρκι του Χειμωνά πάνω στην ελληνική κουλτούρα: να υπάρχει μέσα της κρυμμένος και απόκρυφος, να τον θυμόμαστε όλοι, ξεχνώντας τον. Το να τον μιμούμαστε συνιστά αγενή πράξη.
Η ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΜΑΤΙΑ είναι πρώτιστα μια σκηνοθετική ματιά που καθορίζει τις πολιτισμικές ανταλλαγές, μείξεις, συγχωνεύσεις, ρήξεις και διαπραγματεύσεις που συντελούνται στα όρια των θεατρικών παραστάσεων και των performances. Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που ευθύνεται πρώτα απ’ όλους τους παραστασιακούς συντελεστές για τον παραγόμενο επί σκηνής (δια-, πολυ- ή υπερ)πολιτισμό.
Ο διαπολιτισμικός σκηνοθέτης είναι αυτός που ορίζει πρώτος την πολιτισμική θέση –ή θέσεις- από την οποία θα δει ο θεατής την προτεινόμενη παράσταση του πολιτισμού ή πολιτισμών. Ο διαπολιτισμικός σκηνοθέτης δεν μπορεί να αγνοήσει την πολιτισμική θέση του θεατή, διότι βασική προϋπόθεση μιας διαπολιτισμικής επικοινωνίας μέσω παράστασης είναι η γνώση όλων των πολιτισμικών όρων που εμπλέκονται σε αυτή –ακόμη και αν τελικός στόχος είναι η επαφή πέρα κι εκτός των ορίων των υπαρχόντων πολιτισμών της γης. Ο διαπολιτισμικός σκηνοθέτης λαμβάνει υπ’ όψιν την πολιτισμική θέση τόσο του περφόρμερ όσο και του θεατή στον οποίο απευθύνεται. Πάνω απ’ όλα, η πολιτισμική θέση, τα πολιτισμικά συμφραζόμενα που διαμορφώνουν τη ματιά του έχουν τον πρώτο ρόλο στη διαπολιτισμική παράσταση. Διότι διαπολιτισμικός θεατής είναι κατά προτεραιότητα ο σκηνοθέτης…
Όμως, από πού κατάγεται η διαπολιτισμική ματιά στα θεατρικά/παραστασιακά πράγματα; Ποια ανάγκη επιβάλλει την εφαρμογή μιας διαπολιτισμικής οπτικής στα θέατρο και τις παραστατικές τέχνες; Αναμφισβήτητα, η διαπολιτισμικότητα, «από τις κινητήριες δυνάμεις της μοντέρνας τέχνης» (Φιοροβάντες, 1997) έχει εξ ορισμού και ένα επικοινωνιακό περιεχόμενο, δεδομένου ότι ο πολιτισμός δεν έχει -ακόμη- μόνο ενικό αριθμό! Ο «πολιτισμός του παγκόσμιου χωριού» είναι ένας από τους υπάρχοντες πολιτισμούς. Αν επιχειρήσουμε μια βόλτα στο Διαδίκτυο, το προϊόν της οπτικοακουστικής μας περιπλάνησης δε θα αποτελεί παρά μια εν δυνάμει διαπολιτισμική ή πολυπολιτισμική παράσταση στην επιφάνεια της οθόνης! Η διαπολιτισμικότητα είναι μια καθημερινή πραγματικότητα στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες.
«Πώς βλέπει ή προσλαμβάνει ένας πολιτισμός έναν άλλο» είναι το ουσιαστικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει το διαπολιτισμικό θέατρο.
«Υπό ποίους παραστατικούς/παραστασιακούς όρους μπορεί να συντελεσθεί η επαφή δύο ή περισσότερων πολιτισμών» είναι το ερώτημα που αντιμετωπίζει ο διαπολιτισμικός σκηνοθέτης. Ιεράρχηση ή μη ιεράρχηση, δανεισμός, παράθεση, μίμηση, επίδειξη, υβριδισμός είναι μόνο μερικοί από τους όρους που διέπουν τη διαπολιτισμική παράσταση, μέσα στην οποία συγκατοικούν ή/και συναγωνίζονται (οι) πολιτισμοί. Η διαπολιτισμική ματιά είναι μια εκλεκτική (γι’ αυτό και μπορεί άδικη) ματιά σε πολιτισμούς της γης, που προτείνει πιθανούς συσχετισμούς και διαπλοκές μεταξύ τους. Μέσα στη διαπολιτισμική παράσταση, (οι) πολιτισμοί της γης δεν είναι ποτέ όπως πριν! Η εισαγωγή ενός πολιτισμού στη διαπολιτισμική παράσταση έχει ουσιώδεις συνέπειες –αισθητικές και άλλες- για τον πολιτισμό αυτό. Όμως η διαπολιτισμική παράσταση δεν είναι παρά μια πρόβα ή πολιτισμική άσκηση: ένας πολιτισμός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δοκιμάζει στον καθρέπτη της (θεατρικής) παράστασης τη μεταμφίεση ή την (μετ)αλλαγή του, όπως λόγου χάρη μια ηθοποιός της Δύσης δοκιμάζει μπούρκα στο βεστιάριο ή μια γυναίκα της Ανατολής βγάζει την μπούρκα μπροστά στον καθρέπτη υπό την καθοδήγηση του διαπολιτισμικού θεατή/σκηνοθέτη! Η διαπολιτισμική (θεατρική) παράσταση είναι μια δοκιμή ενός πολιτισμού να επικοινωνήσει με το αλλότριο, προκειμένου να αυτοπροσδιοριστεί ή να επαναπροσδιοριστεί, να επηρεάσει ή/και να επηρεαστεί, να δανείσει ή/και να δανειστεί, να αναδείξει για οποιοδήποτε λόγο ομοιότητες και διαφορές…
Πώς γίνεται να (συν)υπάρξουν, να επιδειχθούν ή να αναμειχθούν στην ίδια παράσταση δύο ή και περισσότεροι πολιτισμοί; Διαπολιτισμικό θέατρο, πολύ-πολιτισμικό θέατρο, συγκρητικό θέατρο, μετα-αποικιοκρατικο θέατρο, θέατρο του Τέταρτου Κόσμου, ενδο-πολιτισμικό, υπερ-πολιτισμικό, προ-πολιτισμικό, μετα-πολιτισμικό είναι κάποιοι από τους όρους που διακρίνει ο γάλλος θεωρητικός Πατρίς Παβί για να αποδώσει σχηματικά τις πολιτισμικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της θεατρικής/παραστασιακής πρακτικής. Κι ενώ οι όροι αυτοί φαίνεται ότι τακτοποιούν κάπως έναν πραγματικά δυσπρόσιτο θεωρητικά χώρο, η χρήση τους για παραστάσεις που κινούνται στα όριά του δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι πρακτικοί που φλερτάρουν με παραστασιακές πολιτισμικές διαπραγματεύσεις σπάνια «πλασάρουν» τη δουλειά τους με αυτούς τους όρους, εφ’ όσον δεν ορμώνται αποκλειστικά από μια προϋπάρχουσα θεωρητική βάση: περισσότερο πειραματίζονται. Η χρήση των όρων αυτών εντάσσεται συμβατικά σε μια a posteriori διαδικασία αναγνώρισης ή/και κατηγοριοποίησης διαπολιτισμικών θεατρικών διαβημάτων.
Όπως και να έχει, η ενασχόληση με το θέμα φέρνει στο προσκήνιο τη διαπολιτισμική ουσία της θεατρικής τέχνης. Με άλλα λόγια, φαίνεται πως το θέατρο -όπως το γνωρίζουμε σήμερα στην παραδοσιακή του μορφή- είναι από τη φύση του και μια τέχνη της διαπολιτισμικότητας και των διαφόρων εκφάνσεών της. Γιατί, λόγου χάρη, πώς να μην τίθεται ζήτημα διαπολισμικότητας στη γλωσσική μεταφορά/μετάφραση ενός δράματος, όταν η γλώσσα είναι μέσο (ανα)παράστασης του πολιτισμού; Πώς μπορεί η σκηνική παρουσίαση ή επίδειξη ενός θεατρικού έργου από το γηγενές ή αλλότριο παρελθόν να μη στήνει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στον πολιτισμό του παρελθόντος, στον πολιτισμό του παρόντος και στον πολιτισμό του μέλλοντος;
[Μετάφραση Άννα Νιαράκη]
This slideshow requires JavaScript.
Μερικές φορές είναι χρήσιμο να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας τις απλούστερες πλευρές των πραγμάτων τα οποία συνήθως θεωρούνται περίπλοκα. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το γράψιμο ενός ποιήματος. Αποτελείται από τρία στάδια: το πρώτο είναι όταν κάποιος παθιάζεται με μια συναισθηματική αντίληψη σε τέτοιο βαθμό που είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι για αυτό. Αυτό που κάνει είναι το δεύτερο στάδιο, ήτοι, να κατασκευάσει ένα λεκτικό επινόημα το οποίο θα αναπαραγάγει αυτή τη συναισθηματική αντίληψη σε όποιον ενδιαφέρεται να το διαβάσει, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Το τρίτο στάδιο είναι η επαναλαμβανόμενη κατάσταση ανθρώπων σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους οι οποίοι επαναθέτουν σε λειτουργία αυτό το λεκτικό επινόημα και αναδημιουργούν μέσα τους αυτό που ο ποιητής ένιωσε όταν το έγραψε. Τα στάδια είναι αλληλοεξαρτώμενα και όλα απαραίτητα. Αν δεν έχει υπάρξει προκαταρκτικό συναίσθημα, το επινόημα δεν έχει τίποτα για να αναπαραγάγει και ο αναγνώστης δεν θα αποκομίσει τίποτα. Εάν το δεύτερο στάδιο δεν έχει γίνει καλά, το επινόημα δεν θα μεταφέρει τα αγαθά, ή θα μεταφέρει λίγα από αυτά σε λίγους ανθρώπους, ή θα σταματήσει να τα μεταφέρει μετά από ένα παράλογα μικρό χρονικό διάστημα. Και αν δεν υπάρχει τρίτο στάδιο, καμία επιτυχής ανάγνωση, το ποίημα διόλου δεν μπορεί να υπάρξει υπό μία πρακτική έννοια. Αυτό που δείχνει αυτή η βασική τριμερής διάρθρωση είναι ότι η ποίηση είναι συναισθηματική στη φύση της και θεατρική στη λειτουργία της, μια ειδικευμένη ψυχαγωγία του συναισθήματος στους άλλους ανθρώπους, και ότι αντίστροφα, ένα κακό ποίημα ποτέ δεν επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο. Όλοι οι παρεκκλίνοντες τρόποι κριτικής, δεν είναι παρά διαφορετικοί τρόποι να πουν αυτό το πράγμα, όποια λογοτεχνική, φιλοσοφική ή ηθική ορολογία κι αν μεταχειρίζονται, και δεν θα ήταν απαραίτητο να επισημαίνεται κάτι τόσο προφανές αν η σημερινή ποίηση δεν υποδήλωνε ότι είχε λησμονηθεί. Φαίνεται ότι παράγουμε ένα νέο είδος κακής ποίησης, όχι το παλιό είδος που προσπαθεί να συγκινήσει τον αναγνώστη και αποτυγχάνει, αλλά ένα είδος που δεν προσπαθεί καν. Επανειλημμένα (ο αναγνώστης) είναι αντιμέτωπος με έργα τα οποία δεν είναι κατανοητά χωρίς αναφορά πέραν των δικών τους ορίων ή με έργα των οποίων η ευχάριστη ανοησία υποστηρίζει το γεγονός ότι οι συγγραφείς τους απλά υπενθυμίζουν στους εαυτούς τους αυτό που ήδη ξέρουν, παρά το αναδημιουργούν για κάποιον τρίτο. Ο αναγνώστης, στην πραγματικότητα, φαίνεται να μην είναι πια παρών στο μυαλό του ποιητή όπως ήταν κάποτε, σαν κάποιος που πρέπει να καταλάβει και να απολαύσει το τελειωμένο προϊόν, αν αυτό θεωρείται επιτυχία, η αξίωση πλέον είναι ότι κανείς δεν θα το διαβάσει, κι αν το διαβάσει δεν θα το καταλάβει ή θα το απολαύσει. Γιατί πρέπει να ισχύει κάτι τέτοιο; Δεν είναι αρκετό να λέμε ότι η ποίηση έχει χάσει το κοινό της, κι έτσι δεν χρειάζεται να το υπολογίζει: πολλοί άνθρωποι ακόμα διαβάζουν ή και αγοράζουν ποίηση. Πιο σωστά, η ποίηση έχασε το παλιό κοινό της, και κέρδισε ένα καινούργιο. Αυτό προκλήθηκε από τις συνέπειες μιας επιτήδειας συγχώνευσης μεταξύ ποιητή, κριτικού φιλολογίας και ακαδημαϊκού κριτικού (τρεις τάξεις πλέον εμφανώς δυσδιάκριτες) : δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε πως ο ποιητής έχει κερδίσει την ευτυχή θέση από την οποία μπορεί να εξυμνεί την ποίησή του στον τύπο και να την εξηγεί μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, και ο αναγνώστης έχει υπό καθεστώς τρομοκρατίας παραδώσει την εξουσία του καταναλωτή ο οποίος μπορεί να πει «δεν μου αρέσει αυτό, φέρτε μου κάτι άλλο». Αφήστε τον να ανασάνει μια λέξη δυσαρέσκειας για κάποιο ποίημα και βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου προτού προλάβει να πει Edwin Arlington Robinson. Και η κατηγορία είναι σοβαρή: πλαδαρός αισθητισμός, ανεπαρκή και ακατάλληλα κριτικά εργαλεία και αδυναμία να έρθει σε επαφή με νέες λεκτικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Ετυμηγορία: ένοχος, συν μερικά πορίσματα για το πνευματικό ανάθρεμμα του φυλακισμένου, εθισμός σε μαζικές διασκεδάσεις, και αποδυναμωμένες αποκρίσεις. Είναι καιρός να συνειδητοποιήσουν, μερικοί πλέημπόυ σαν κι εσάς, λέει ο δικαστής, ότι η ανάγνωση ενός ποιήματος είναι σκληρή δουλειά. Δεκατέσσερις μέρες φυλάκιση. Επόμενη εκδίκαση.
Οι πελάτες της ποίησης που διέθεταν μετρητά, αυτοί που συνήθιζαν να τοποθετούν τα χρήματά τους στην ασφαλή και σίγουρη ελπίδα της ψυχαγωγίας όπως το θέατρο ή μια συναυλία, γρήγορα στράφηκαν αλλού. Η ποίηση δεν ήταν πια μια απόλαυση. Αντικαταστάθηκαν από μία ταπεινότερη ενωμοτία της οποίας ο σκοπός δεν ήταν η απόλαυση αλλά η αυτοβελτίωση, και η οποία άκριτα δέχτηκε τον ισχυρισμό ότι δεν γίνεται να εκτιμήσει την ποίηση χωρίς προκαταρκτική επένδυση στον πνευματικό εξοπλισμό, τον οποίο, από καθαρή τύχη, έχει για τον εαυτό του ο δάσκαλός τους. Κοντολογίς, το σύγχρονο ποιητικό κοινό, όσο δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, παραμένει ένα φοιτητικό κοινό, απλά και ωραία. Σε πρώτη ματιά, αυτό ίσως να μην φαίνεται κακό. Ο ποιητής έχει επιτέλους μια ηθική εξύψωση, και η καινούργια του πελατεία, όχι μόνο πληρώνει για την ποίηση, αλλά πληρώνει και για την εξήγησή της κατόπιν. Πάλι, αν ο ποιητής έχει μόνο τον εαυτό του για να ικανοποιήσει, δεν είναι πλέον ακρωτηριασμένος από τους περιορισμούς του κοινού του. Και σε κάθε περίπτωση κανείς σήμερα δεν πιστεύει ότι ένας αξιόλογος καλλιτέχνης μπορεί να βασιστεί σε τίποτα πέρα από την κρίση του: το κοινό γούστο είναι πάντα εικοσιπέντε χρόνια πίσω, και υιοθετεί ένα στυλ όταν το εκμεταλλεύονται οι δεύτεροι. Όλα αυτά είναι αρκετά αληθή. Αλλά στο βάθος η ποίηση, όπως όλες οι τέχνες, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το να προσφέρει απόλαυση, κι αν ένας ποιητής χάσει το κοινό του που αποζητά την απόλαυση, έχει χάσει το μόνο κοινό που αξίζει να έχει, για το οποίο ο υπάκουος συρφετός που εγγράφεται κάθε Σεπτέμβριο δεν αποτελεί υποκατάστατο.
Και η επίδραση θα γίνει αισθητή καθ’ όλο το έργο του. Θα ξεχάσει πως ακόμα κι αν αυτός βρίσκει ενδιαφέρον αυτό που έχει να πει, οι άλλοι ίσως όχι. Θα επικεντρωθεί στην ηθική αξία, ή στην σημασιολογική περιπλοκότητα. Χειρότερο όλων, τα ποιήματά του δεν θα γεννιούνται πλέον από την ένταση μεταξύ αυτού που αισθάνεται χωρίς λέξεις και αυτού που γίνεται αντιληπτό με τη χρήση της κοινής γλώσσας από κάποιον που δεν είχε τη δική του εμπειρία ή μόρφωση ή ταξιδιωτική υποτροφία, και από τη στιγμή που η άλλη άκρη του σχοινιού ελευθερωθεί αυτό που προκύπτει δεν θα είναι πλέον τόσο δυσνόητο ή ασήμαντο (παρότι μπορεί να είναι και τα δύο) όσο μία μη πραγματωμένη, μη δραματοποιημένη στασιμότητα, γιατί θα έχει απωλέσει την έξη του να θέτει σε δοκιμασία αυτό που γράφει βάσει αυτού του συγκεκριμένου προτύπου.
Ως εκ τούτου, καμία απόλαυση. Ως εκ τούτου, καμία ποίηση.
Τι μπορεί να γίνει για αυτό; Ποιος θέλει να γίνει οτιδήποτε για αυτό; Σίγουρα όχι ο ποιητής, που βρίσκεται στην πρωτοφανή θέση να πλασάρει τη δουλειά του και το κριτήριο βάσει του οποίου κρίνεται. Σίγουρα όχι ο νέος αναγνώστης, ο οποίος σαν σύζυγος σε λευκό γάμο δεν έχει ιδέα από κάτι καλύτερο. Σίγουρα όχι ο παλιός αναγνώστης, ο οποίος απλά αντικατέστησε μια απόλαυση με κάποια άλλη. Μόνο ο ρομαντικός αργόσχολος που θυμάται τις μέρες όπου η ποίηση ήταν καταδικασμένη σαν αμαρτωλή ίσως επιθυμεί διαφορετικά τα πράγματα.
Μα αν το μέσο πρέπει όντως να εξαιρεθεί από τα καθήκοντά μας και να αποκατασταθεί ως μία από τις απολαύσεις μας, μπορώ μόνο να σκεφτώ ότι μια μεταστροφή μεγάλης κλίμακας πρέπει να οριστεί ενάντια στις παρούσες αντιλήψεις, και ότι θα πρέπει να ξεκινήσει με τους αναγνώστες της ποίησης να ερωτούν εαυτούς συχνά εάν όντως απολαμβάνουν αυτό που διαβάζουν, και, αν όχι, ποιο το νόημα να συνεχίζουν. Και χρησιμοποιώ τη λέξη «απολαμβάνω» με την πλέον κοινή των εννοιών της, την έννοια υπό την οποία αφήνουμε το ραδιόφωνο ανοιχτό ή όχι. Αυτοί που ενδιαφέρονται ίσως θα θέλουν να διαβάσουν το δοκίμιο του David Daiches, New Criticism: Some Qualifications (in Literary Essays, 1956), στο μεταξύ, το ακόλουθο σημείωμα του Samuel Butler ίσως αφυπνίσει ξανά μια κρυφή επιθυμία για ελευθερία: «θα έπρεπε να μου αρέσει η μουσική του Schumann περισσότερο από ότι μου αρέσει, τολμώ να πω πως θα μπορούσα να κάνω τον εαυτό μου να του αρέσει περισσότερο αν προσπαθούσα, μα δεν μου αρέσει να πρέπει να προσπαθώ να κάνω τον εαυτό μου να αρέσκεται σε πράγματα, μου αρέσουν τα πράγματα που με κάνουν να αρέσκομαι σε αυτά αμέσως χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια».
Philip Larkin from Required Writing – 1957
Required Writing: Miscellaneous Pieces 1955-1982 (essays), Faber, 1983







