You are currently browsing the monthly archive for Σεπτεμβρίου 2011.
Ο Μέλλοντας της βροχής
Μπροστά η σκιά των ημερών
Με το ταμ ταμ, τα τύμπανά της, προμαντεύει
Την έχιδνα που κροταλίζει οmertà κουλουριασμένη
Ενόσω αχαμνός καιρός ζυγιάζει τους αρμούς μας με το χώμα
(Αίσθημα το κοινό ή παράδοξο μας οδηγεί στα χιόνια)
Ακολουθούμε την πομπή, φίλε, κουτρουβαλώντας·
Στα υγρά στενά, φολίδες απ’ ολισθηρές φωνές που σκορπιστήκαν
Και οι άκληροι αυτόχειρες των στοιχισμένων δέντρων
Λουστράρουν τα παπούτσια σου καθώς περνάμε
(Πόσες στάλες του τίποτα αβάσταγα το τίποτα τρυπάνε)
Και πουθενά δεν κατοικεί ο ευγενής παλιάτσος των σπαρτών μας
Δεν έχει πια δουλειά για κείνον σε γη χέρσα·
Άσπαρτες θε να μείνουνε οι απάτες
Που απορροφούν με γλώσσες μπαμπακένιες
Αυτό το υδρόφιλο κακό που δε σ’ αφήνει
(Κρύψου παλιάτσο μου βαθιά μες στα φτωχά μας στήθη)
Το μολυβί ακέριο του το βάρος θα φορτώσει
Στα ρείθρα, στις υδρορροές
Στις τρύπιες μας ημέρες
Κι έχουμε ανάγκη στα σκιερά μια κάποια διωρία
Προτού μέσα στα όμβρια να βουτηχτούμε φέτος
(Δεν έχει άνωση τούτος ο χαλασμός να μας σηκώσει)
Κράτα μια ανάσα·
Να σκύψει το παχύ του γένι ο Μέλλοντας πάνω απ’ την πολιτεία,
Να βρούμε από πού έρχεται τούτη η υγρασία·
Ψηλά ή χάμω τελικά
Τινάζονται τα υδαρή πανιά του άρρητου πόνου
Κοντά με τα ανθρώπινα ή τα πουλιά που πάνε.
«Αδόκιμος φόρος τιμής στο μόνο νικητή του χρόνου,
Στο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη.»
Η απόπειρα για την καταγραφή των σκέψεων, σχετικά με ένα βιβλίο, όπως «Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης», προϋποθέτει μια σημαντική επισήμανση. Ο γράφων στο κείμενο που ακολουθεί θα περιοριστεί στην περιγραφή των εντυπώσεων από τη δοκιμασία, την οποία συνεπάγεται το έργο του Πεντζίκη. Σε καμιά περίπτωση τούτα που θα ακολουθήσουν δεν δύναται να αποτελέσουν μια ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από το εβληματικό αυτό έργο. Πρόκειται περί εντυπώσεων, καθώς εκείνες που απομένουν έπειτα από τη μαρτυρία ενός συγκλονιστικού γεγονότος ή ενός σφοδρού, εφήμερου συναισθήματος. Και η λέξη «εφήμερο» δεν χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το πρόσκαιρο της ικανοποίησης από τη μελέτη του έργου του Πεντζίκη, μα για να εκφράσει εκείνο που λέγεται και με πάθος ο γράφων τείνει να πιστέψει. Εκείνα που είναι στα αλήθεια σπουδαία, όσα κατέχουν μια λάμψη ή ένα χρώμα αλλόκοτο δεν θα μπορούσαν ποτέ να σταθούν με την ίδια ένταση στο χρόνο. Μονάχα σαν ησυχάσει η ψυχή, τότε μόνο μπορεί να εκτιμήσει μια περίπτωση μοναδική ή ανεπανάληπτη. Και τούτοι οι δυο προσδιορισμοί σίγουρα αξίζουν στο φοβερό έργο του Θεσσαλονικέως λογοτέχνη.
Η πρώτη εντύπωση από «Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης», είναι πως σε τούτη την ιστορία, σε τούτη τη δαιδαλώδη πλοκή ο χρόνος συνιστά ένα στοιχείο δευτερεύον, μια λεπτομέρεια που σύντομα θα ξεχαστεί ή θα καταλάβει ένα χώρο περιορισμένο ανάμεσα σε εκείνα που θα αποδειχτούν σημαντικά ή διαχρονικά. Ο χρόνος με μια απαράμιλλη ρευστότητα χάνει την ένταση, σαν την απειλή που οι άνθρωποι περιφρονούν, στέκεται στο περιθώριο των σελίδων, λυτρώνοντας τον αναγνώστη από τούτο τον τρομερό του ανθρώπου εχθρό, εξελίσσεται γραμικά, με έναν ανακυκλικό χαρακτήρα. Άλλωστε η δίνη του συνειδησιακού κύμματος θα παρασύρει τον ανυποψίαστο αναγνώστη και μες στο όνειρο δεν χωράνε τα μέτρα τα ανθρώπινα. Ο χώρος και ο χρόνος καταργούνται, οι αποστάσεις καταργούνται, οι εποχές αποκτούν μιαν αίσθηση εννιαία. Στο έργο του Πεντζίκη όλα είναι καλοκαίρι και στο γράφοντα απομένει εκείνη η αίσθηση της Κυριακής με τη νωθρότητα, τα νεκρά απογεύματα. Ύστερα, όταν εκείνος που θα κρατήσει στα χέρια του το βιβλίο, συμφιλιωθεί και συνηθίσει σε τούτο το καινούριο σύμπαν, οφείλει να αφεθεί μετάρσιος στις διαθέσεις του συγγραφέα. Γρήγορα θα εννοήσει πως τα πρόσωπα, οι στιγμές, οι περιγραφές ίσως να μην υπάρχουν. Ο Πεντζίκης με μια σπηλαιώδη, θαρρείς φωνή, μονολογεί, υποβάλλοντας στον αναγνώστη τις απίθανες προσφορές του. Γεμίζει τον κόσμο με τη θάλασσα των παιδικών του χρόνων, για να εξηγήσει με ακρίβεια την ευρύτητα της ελευθερίας που προτείνει. Τα αντικείμενα αποτελούν πια σύμβολα με σαφείς προεκτάσεις. Ο συγγραφέας μας προετοιμάζει για να εισαχθούμε στο χώρο των ιδεών, να υποκύψουμε στη δυναμική του μύθου του. Με την πεζολογική του ποίηση, ο Πεντζίκης κοπιάζει και το κατορθώνει, να συντρίψει κάθε περιορισμό εγκόσμιο, ακόμη και την ίδια τη γνώση. Η λύτρωση αποτελεί πρωτίστως μια υπόθεση διαννοητική. Έπειτα επιδίδεται σε λεκτικές εξισώσεις που θα δώσουν τα τοπία και το μεγάλο άγνωστο, τον άνθρωπο ενταγμένο μες σε αυτά, τόσο απόλυτα και συνειδητά, ώστε και ο ίδιος να εντοπίσει τη φύση του. Την ίδια τη φύση. Ο Πεντζίκης δεν πλάθει τον κόσμο από την αρχή, μα δείχνει στον άνθρωπο μια οδό διαφορετική, του παρέχει μια ευκαιρία ξεχωριστή να επαναλάβει το αρχικό αμάρτημα. Ο λόγος άλλοτε, συμπυκνωμένος, άλλοτε πάλι βυζαντινός, στακάτος ανασαίνει μες στο έργο μέχρι να γίνει ένας οργανισμός ζωντανός, αυθύπαρκτος. Πόση εντύπωση προκαλεί στα αλήθεια το γεγονός της αναφοράς στο θάνατο ήδη από την αρχή του έργου. Μα σύντομα ο συγγραφέας αποκαλύπτεται και ομολογεί πως μιλά για θάνατο, πως επιστρατεύει την ετρουσκική φιλοσοφία, την παθιασμένη με την πράξη της απώλειας για να την «τελειώσει» έπειτα, αναδεικνύοντας με τρόπο κοσμικό τη βαθύτερη αρχή της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο συγγραφέας θα αποζητήσει με πάθος εκείνον το θάνατο που θα διατηρήσει ζωντανό το νου, εκείνον που μπορεί μονάχα στο σώμα να στοιχίσει. Και τούτο γιατί ο Πεντζίκης γράφει και μιλά στη γλώσσα των αισθήσεων, αδιαφορώντας για την πλοκή, τους άρτιους χαρακτήρες, τις γεμάτες ένταση στιγμές μιας συνεύρεσης ερωτικής, ενός αποχαιρετισμού. Η θάλασσα ποτέ δεν παύει να είναι γύρω του, να γεμίζει το βλέμμα του. Σε τούτες τις εκτάσεις ο Πεντζίκης θα χύσει όλες τις αγωνίες, εκεί θα γυρέψει τις μνήμες για τις παλιές, λησμονημένες μέρες. Και έτσι, ο θάνατος δεν είναι για το Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη ικανός να συγκριθεί με τη δυναμική των πόντων, έχει νικηθεί, χριστιανικά και ανθρώπινα μαζί.
Ο συγγραφέας, με στιγμές έξαρσης, διακόπτει τον οιρμό του λόγου του, παρεμβάλοντας διαρκώς μες στο κείμενό του πληροφορίες σχετικές με τη βοτανολογία, σπάνια τοπωνύμια, πράγματα εξειδικευμένα, τα οποία αρχικά φαντάζουν τόσο απρόσμενα, σχεδόν απροσάρμοστα με την όποια ροή του λόγου. Μα ως γνήσιος συμβολιστής, ο Πεντζίκης διατυπώνει όλα τούτα με σκοπό να εκφράσει εκείνο που υποννοείται, εκείνο που κατέχει μια μυστική σχέση με την Έρση και τα πράγματα, να αγγίξει μια κατάσταση αισθητική, να οδηγήσει τον αναγνώστη στο βίωμα των σκοπών του, των πιο μυστικών. Οι αποκαλύψεις, οι αισθήσεις τούτες πρόκειται με βεβαιότητα να είναι τόσο ελληνικές. Διότι ο Ν.Γ. Πεντζίκης με την παράθεση τόσων πληροφοριών σχετικών με την ύπαιθρο, με τη διαρκή αναφορά στο υδάτινο στοιχείο, το πιο εκφρστικό της ελληνικότητας μαζί με το ελύτειο φως, εκείνο που έλαμψε μες στα χέρια των εκπροσώπων της γενιάς του 30, σκοπό άλλο δεν έχει παρά να πάψει το χρόνο για να φανεί ατόφια η παρουσία του ελληνικού κόσμου στην αχανή του έκταση.
«Ο τρόπος με τον οποίο εννοούμαι», γράφει ο Ν.Γ. Π. Όλα στρέφουν και στρέφονται προς τον άνθρωπο. Κάθε τι είναι ιδωμένο μες από το ανθρώπινο στοιχείο, κάθε αντικείμενο, κατάσταση ή αίσθηση βλέπεται μες στα μάτια των ανθρώπων, μες στη βιολογία τους την ταπεινή. Και έτσι ο χώρος θα φανεί με μια σαφήνεια πρωινού και έπειτα η αισθητική του λόγου θα καταστεί κατανοητή, ο νους θα βαδίσει προς τα νέα συμπλέγματα, λουσμένος μες στο φως και την αλμύρα. Το ανθρώπινο σώμα συνιστά για τον Πεντζίκη τη βιολογία εκείνη που προαναφέραμε. Μα δεν γυρεύει τα αρσενικά, μα τα σώματα τα θηλυκά, τις όψεις εκείνες που γονιμοποιούν κάθε πράγμα, ελπίδα και όνειρο. Αυτές θα δώσουν το νέο άνθρωπο που γυρεύει ο Πεντζίκης, εκείνον που κουβαλά όλες τις γενιές, εκείνον που εφοδεύει πάντα κατά τον ουρανό, επιδιώκοντας με τόλμη το άγγιγμα του κέλυφους της καρδιάς. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί καί είναι απαραίτητο να συνοδεύει τον αναγνώστη σε όλο το φάσμα της περιπέτειάς του, πως ο Πεντζίκης ακουμπά το ένα χέρι στη θρησκεία των χριστιανών, στη βαθιά ιουδαϊκή παράδοση της αγάπης. Ο συγγραφέας με τούτο τον τρόπο δηλώνει ξεκάθαρα πως με θέρμη κανείς οφείλει να πιστεύει στον άνθρωπο, ερμηνεύοντας το ζήτημα της καθ΄ομοίωσης με την απόδοση χαρακτήρα θεϊκού στον ίδιο τον άνθρωπο.
Στο έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχάσει πως πέρα, στο βάθος η μόνη επιτολή που ντύνει το τοπίο είναι η μνήμη. Με σκοπό να αποδείξει το εφήμερο του ανθρώπου, θα χρησιμοποιήσει την ιστορική γνώση, ως τρόπο καταδίκης ενός ακίνητου παρόντος. Γιατί ο συγγραφέας από τη Θεσσαλονίκη δεν θα αποδεχτεί ίσαμε το τέλος του έργου τον παράγοντα του χρόνου, εκείνον που παρασέρνει τα σχέδια και τις πράξεις των ανθρώπων, αθροίζει χαλάσματα στις κοίτες του, σηκώνει αλλού τις νέες καλύβες, λούζει τα άλλα, τα νέα ξεροτόπια των ανθρώπων.
Μήτε το εργαστήρι του Πεντζίκη θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορο για τον αναγνώστη. Η ταιριαστή, γλωσσική σύνθεση του συγγραφέα επιτρέπει την κοινή χρήση λόγιων και καθημερινών λέξεων, σχεδόν προφορικών, καθώς και όπως προαναφέραμε την ενσωμάτωση όλων εκείνη των ορολογιών, τις οποίες ο συγγραφέας αντλεί από το ευρύτατο γνωστικό του πεδίο. Με την πρόσμιξη αυτή, θα κατορθώσει να επιβάλλει ένα ρυθμό λόγου, ικανό να συγκρατήσει τον αναγνώστη και να παρουσιάσει το μύθο του με τρόπο υποβλητικό και πρωτότυπο. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ακολουθεί τα κλασσικά πρότυπα της γραφής. Έχοντας διαμορφώσει ο ίδιος ένα τελειώς, προσωπικό είδος εσωτερικού μονολόγου, ο Πεντζίκης δεν θα αργήσει να καταστήσει τον αναγνώστη του υποκείμενο και μέτοχο της αισθητικής λειτουργίας που επιχειρεί με το διαρκώς περιπλεκόμενο λόγο του. Ο μόνος κίνδυνος για τον απαίδευτο περιπατητή στα εδάφη του Πεντζίκη δεν είναι άλλος παρά να μην αντιληφθεί τα πιο καίρια σύμβολα στο έργο. Εκείνα που θα προσδώσουν στις εικόνες του μια ιδιαίτερη, ποιητική απεικόνιση και χροιά.
Ο όρος «μυθιστόρημα» κατέχει περισσότερο μια κυριολεκτική της πρόθεσης παρά του είδους επισήμανση, αφού στη θέση της υποθέσης δεν υφίσταται παρά μια αποσνδύλωτη, κατά συνείδηση του συγγραφέα, παράθεση γεγονότων και προσώπων. Η έκφραση του μύθου, η ανάπτυξη της ιστορίας συνιστούν τις αιτίες για τούτη την επιλογή του τίτλου. Μα σε καμιά περίπτωση δεν θα ισχύσουν οι γνώριμες μέθοδοι του εν λόγω είδους. Η έμμεση αναφορά στο έργο του Δροσίνη «Έρση», συνιστά μονάχα την αφορμή για να στηθεί τούτο το αριστούργημα του Ν. Γ. Πεντζίκη με την αναγκαία λύτρωση του ανθρώπου, το χορό του επάνω στα συντρίμια των λεπτοδεικτών. Μήτε η λεπτομερής αναφορά στα πρόσωπα ή η επίμονη παράθεση της μεταβολής των διαθέσεών τους δεν θα αναφερθεί από τον Πεντζίκη, ο οποίος με τούτο τον τρόπο καταργεί απόλυτα τις γνώριμες, συγγραφικές συνήθειες. Τα πρόσωπα δεν πρωταγωνιστούν και τούτο γιατί θα πρέπει πάντα να συλλογιζόμαστε πως επιδίωξη του συγγραφέα είναι η μετάδοση της αίσθησης μα και της ίδιας της προσωπικής αισθητικής που τον χαρακτηρίζει. Η μίξη ποίησης, πρόζας, πεζολογιών, η διατήρηση του ύφους του εσωτερικού μονολόγου, η τμηματική αφήγηση, η απότομη διακοπή και η επαναφορά σε παλαιότερα ζητήματα, συνιστούν στοιχεία της πρωτοτυπίας του Πεντζίκη, ο οποίος θα μπορούσαμε να πούμε πως συμβάλει στο αναμορφωτικό έργο της γλώσσας και της έκφρασης γενικότερα. Συγκεκριμένα, στην ανάπτυξη ενός είδους διόλου διαδεδομένου στα ελληνικά πράγματα, σε αντίθεση βεβαίως με την αμερικανική σχολή και τις τάσεις των μπιτ που με τόσο πάθος επιδόθηκαν στις ονειρικές, ασυνείδητες περιγραφές. Μονάχα ο υπερεαλισμός με την τεχνική της αυτόματης γραφής θα μπορούσε να αποτελέσει συγγενές είδος. Σε κάθε περίπτωση το εργαστήρι του Πεντζίκη θα δώσει με τούτο το έργο ένα νέο, ξεχωριστό είδος, ικανό να συνδυάσει για πρώτη φορά τόσο ταιριαστά την ποίηση και το πεζό, φανερώνοντας την υποβλητική δυναμική του είδους της πρόζας.
Στο έργο του Πεντζίκη υπάρχει, όπως προείπαμε μια υπερβολική παρουσίαση πληροφοριών εξειδικευμένων και φανερά μην συσχετιζόμενων με την ίδια την υπόθεση. Ετούτο, δεν αποτελεί απλά μια ανεπάρκεια του συγγραφέα ή ένας εύσχημος τρόπος για να καλυφθεί η αδυναμία κατάστρωσης ενός σχεδίου γραφής. Η πραγματικά αιτία συνίσταται στο γεγονός πως ο Πεντζίκης με τούτο το τέχνασμα, το οποίο ίσως να γίνεται ασυνείδητα επιδιώκει από τα απλά πράγματα να καταλήξει σε σημαντικά συμπεράσματα με ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Με μια άκρως πετυχημένη σκηνοθεσία πραγματοποιείται η εξέλιξη των αυτοτελών γεγονότων, τέτοια ώστε να μεταφερθεί στον αναγνώστη η αίσθηση της ήττας και της μετέπειτα ένταξης του νικημένου ανθρώπου στο φυσικό φορέα, την πραγματική του πατρίδα. Με τη δημιουργία μιας persona, ο Πεντζίκης θα μιλήσει για το χρόνο, θα καταλύσει το προσωπικό του «εγώ», θα μετατραπεί σε ένα υπερκείμενο, δίχως καμιά δυνατότητα στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο Ρούιτ Όρας, με το παραφρασμένο όνομα της «γαλλικής» ώρας, θα «μακρύνει τα απογεύματα», θα κηρύξει το τέλος του νεκροστασίου, θα καταργήσει την τραγική συνέχεια.
Οι ομηρικές αναφορές, που αναδεικνύονται σε σύμβολα, μαρτυρούν ξεκάθαρα τη στενή σύνδεση του Πεντζίκη με την παράδοση. Η πρωτοπορία και η τόλμη του συγγραφέα, θα τον ωθήσουν με ευκολία στη χρήση του υλικού αυτού με προεκτάσεις ερωτικές, αναμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ίδια την παράδοση. Τούτο αργότερα θα αποτελέσει για τους κριτικούς το βασικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό των «ολίγων» ως πρωτοπόρων, μοντερνιστών.
Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα τεχνοτροπία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, δεν συνιστά απλά μια νέα φωνή ανάμεσα στις άλλες της Θεσααλονίκης του 30 μα το ουρλιαχτό των αναπάντητων ερωτημάτων, τα οποία ο άνθρωπος θα θέτει πάντα εις εαυτόν. Ο συγγραφέας θα παραδεχτεί τη δική του αγωνία και ως σκιά ή παρατηρητής ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου του θα δηλώσει με παρρησία τον αέναο, ανθρώπινο φόβο. Με τα χέρια απλωμένα, όλο αγωνία να συγκρατήσουν τον καιρό και τη ζωή, ο Πεντζίκης είναι το δέντρο, στη ρίζα του οποίου ακουμπά μια άλλη, αβίωτη εποχή. Δίχως να έχει δημιουργήσει σχολή με το όνομά του, έχοντας ψηφαριθμήσει κατά τα βυζάντινα πρότυπα τον κόσμο των ιδεών, ο σπουδαίος αυτό καλλιτέχνης από τη Θεσσαλονίκη τόλμησε να μιλήσει με τη δική του φωνή, ακολουθώντας με θάρρος την προσωπική του ενόραση. Ο οραματιστής Πεντζίκης θα μιλήσει για το χρόνο, τον έρωτα, τη μοναξιά, το φόβο, την πατρίδα, θα περιγράψει την πόλη που τον ανάθρεψε, θα νικηθεί και τελικά θα απλώσει τα χέρια του προς εκείνες τις φωνές που φωνάζουν εδώ και αιώνες πίσω από τη μεγάλη, αψιδωτή πόρτα.
Τούτο το κείμενο σωπαίνει, με τα λόγια του συγγραφέα, εκείνου που τόλμησε να μεταμορφωθεί, να γίνει λόγος, να ενταχθεί σε αυτόν και να επιβιώσει.
«Δεν μπορώ να σ’ απαντήσω αν
ειρωνεύομαι ή όχι. Θα ’πρεπε να
είμαι ένας μεγάλος, ένας απ’ αυ-
τόύς που βασίζονται στο μυαλό
τους, στην εξυπνάδα τους και ξέ-
ρουν. Eγώ δεν ξέρω ούτε τι λέω
ούτε τι γράφω.»
(Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης)
Biutiful
Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
/…/
Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα
Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία
Ομόνοια, πρωκτός της πόλης
Η ζωή και ο θάνατος
συνιστώμενη δόση.
Σύννεφα λύματα
πλακάκια κίτρινα του Ηλεκτρικού
Κτήρια που απομένουν
Χτυπημένα από την αμνησία
Παρατονισμένοι ψίθυροι
Δαιμόνια συριστικά
Συρμοί της κόλασης σε
Ώρα αιχμής
Αρθρώνουν τους βρόγχους
Αφαιρώντας επικράτεια
Στροφές σιωπής στη βελόνα
Χρησιμοποιημένα χιλιόμετρα
στο κενό
Μετρώντας
το στρίφωμα της ζωής
Που απομένει.
Πανεπιστημίου
Κάθε πόλη
Είναι
το φάντασμα
Μιας άλλης
Αόριστα άγνωστης
Αόριστα γνωστής
Εδώ στις
φαβέλες του 4ου κόσμου.
Κι η μέρα κυματίζει
Έρημος.
Ξημερώνει
κάτω από τις σημαίες
Των Τραπεζών.
Ύστερα, αυτό
το βραδύγλωσσο
Φθινόπωρο επιμένει,
Τρύπα στη φλέβα
Στις θίνες της ασφάλτου.
Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Anus Mundi
Πραγματικότητα
Οι μέρες που έζησα
Ήταν οι μέρες που επινόησα
-Σαν αταξία πεζοδρομίου
Μπορούν να μ’ ακολουθήσουν
Μέχρι τα πρώτα κύματα
Της θάλασσας-
Αυτό που θυμάμαι
Δεν χρειάζεται καμιά
Συνθηκολόγηση
Γιατί
Σ’ αυτό το σπίτι
Έμαθα να ξεχνιέμαι
Με τη θέα της ζωής
Κρεμασμένη στις λάμπες
Λειτουργεί μόνο ότι αγαπώ
Και χρειάζομαι συγχρόνως
Ο ταχυδρόμος μού προσκομίζει φακέλους
Καθημερινά
Φίλε μου,
Ξέρεις μονάχα
Τ’ όνομα μου
Πως μ’ αναγκάζεις
Να φορτωθώ όλη αυτή
Την πραγματικότητα;
Άλλοθι
Αν αφήσω το κορμί μου
Να αιωρηθεί μέσα στη νύχτα
Με τη γλώσσα μου κολλημένη
Στον ουρανίσκο
Να κρατά κλεισμένες
Τις λέξεις
Που θα υπέβαλλε
Η προσωρινή ελευθερία
Κι ύστερα θα γινότανε
Κατηγορία για το όλον μου
Εκεί που δεν πάτησα ποτέ
Να φανεί το αποτύπωμά μου
Ή στα καθαρά τζάμια ενός πλοίου
Να ισχυριστεί κάποιος
Ότι έγραψε πάνω στα χνώτα μου
Την απολογία του
Εγώ θα πρέπει να φύγω
Απ’ το όραμα
Και μέσ’ στην πραγματικότητα
Ξανά, να βρω έναν εφιάλτη
Να μου εξασφαλίσει άλλοθι
[ Μετάφραση: Άννα Νιαράκη και Mario Domínguez Parra]
Ια
Σε ένα σημάδι
κοινό ενός
συνόλου,
που την περιλαμβάνει,
μας έκαναν
άξονα,
ζώνη νεκρή
σαν πηγή,
εξαντλημένη με τα
μάτια σε ζηλόφθονο
μωσαϊκό
άσφαλτο
Εκείνη, δεν ερωτοτροπεί
πίσω από ένα θάμνο
δεν είναι ένα πρόσωπο
ή μια λίμνη
μα ουλή
η κάλυψη
ξεκίνησε
κατολίσθηση
αδιαφάνειας
Σαρωμένοι
σε μικροκλίμα
δύο άνεμοι που
παρέτειναν
ένα εικονοστάσι
δυο χειλιών
Το κρύο που παραμένει
εντός μας
οι ερωτήσεις
και τα γέλια
Ο κεραμικός
άθραυστος
διάλογος
και τα πινέλα
του δέρματος.
XXVII
Δασύτριχος
στις σπηλιές
που μετανοούν
αυστηρές
Χωρίς να φυσάει
μπροστά τους
ένα σημάδι
θλίψης
σύνδεσεις και σκέψεις
σε μια πηγή
ο επόμενος να ξεσκίζεται
ανάμεσα σε
λιγοστούς προμαχώνες
Χάντρες για να
φτιάχνεις μάσκες πάνω
στο διάκενο
λιπόσαρκος ως
έναν ουρανό λαμπτήρων
Πραότητα
του ιξούς
που διαπερνάται
από τις κυανές στοές
σκανδάλου
δύο προσώπων
Να ρέεις
τους δικούς σου στόχους
με έναν δαυλό
σκισμένο
και φθαρμένο από
περιστροφή
χειλιού και δαχτυλιδιού
Ανάμεσα σε
εκείνες τις τοιχογραφίες
ο κύκλος της
πέτρινης προσευχής
σπάει
Από τη συλλογή Apolonia, Ediciones IDEA, 2006
Ι.
Σύννεφο
Το κάθισμα που άφησες
—Δε λέει να βρέξει.
A cloud
Is the seat you left
—It won’t precipitate.
ΙΙ.
Mουσική
Στις αίθουσες αναχώρησης
—Ταξίδι που δεν έγινε.
Music
In departure halls
—A trip that did not happen.
ΙΙΙ.
Το ψαλίδι
Που σου κράτησαν στον έλεγχο
Θα ψαλίδιζε το χρόνο.
Those scisors
Security took from you
Were meant for shortening time.
[Mετάφραση: Άννα Νιαράκη]
Να μπορείς να αποσυντονίζεσαι, να είσαι μόνος ανάμεσα στο πλήθος είναι ένας τρόπος ξεχωριστών ανθρώπων. Να περπατάς, μακρείς κι υπομονετικούς περιπάτους, να στέκεσαι κάτω από τη βροχή, περιμένοντας, συλλαμβάνοντας τις στιγμές.
Να τολμάς να ονειρεύεσαι. Να προσεγγίζεις ανθρώπους και αντικείμενα χωρίς μάσκα, να ανακαλύπτεις την αληθινή τους ουσία χωρίς αφοσίωση, χωρίς να επιτρέπεις στον εαυτό σου να παραδοθεί σε μια ευκόλως προφανή και ελάχιστα ζωτική αλήθεια. Πήγαινε πέρα από την επιφάνεια όλων, κατακτώντας όποιον φόβο αναδύεται κάτω από σκοτεινές και βαριές σκιές.
Βλέπω την φωτογραφία σαν μια εξωτερίκευση ψυχικών τοπίων: δρόμοι, σύννεφα πάνω από τις πόλεις, αμέτρητες συλληφθείσες προσωποποιήσεις των εαυτών τους. Απορροφώντας, εισπνέοντας, παρατηρώντας ανθρώπους, κτίρια και αντικείμενα, υποβάλλοντάς τα σε αλχημείες…μιλώντας για τη σιωπή, για τους ψιθύρους… Τον έρωτα και την καταγραφή μιας στιγμής στο χρόνο. Το πάθος μπορεί να ειδωθεί μες απ’ το φακό.
Ζούμε σε ένα Σύγχρονο κόσμο, στον οποίο η οικειότητα συνθλίβεται, και η πολιτική είναι πανταχού παρούσα και παντοδύναμη.
Το να σκοτώνεις με τη σιωπή και τους ψιθύρους, είναι το λίκνο κάθε αφετηρίας: ελευθερία.
Να τολμάς να ονειρεύεσαι…
This slideshow requires JavaScript.
| Ιστότοπος | |
|---|---|
|
|
|
|
|
|
|
|
| http://facebook.com/goran.popovic.coga | |
[ Μετάφραση από την αγγλική: Κώστας Γιαννόπουλος ]
(τίτλος πρωτοτύπου: Sotoba Komachi)
ΣΙΤΕ
Περηφάνια είχα σαν ήμουν νέα
και τα λούλουδα στα μαλλιά μου
ήταν ιτιές της άνοιξης.
Μιλούσα σαν τ’ αηδόνια,
μα τώρα είμαι γερασμένη,
εκατό χρονών και κουρασμένη.
ΒΑΚΙ
Έρχεται το δείλι.
Ας προχωρήσουμε.
Κοίτα εκείνη τη ζητιάνα.
Κάθεται πάνω στο βωμό.
Πες της να φύγει από κει,
όπως πρέπει να καθήσει.
ΣΙΤΕ
Ούτε γράμματα είδα πουθενά
ούτε ζωγραφιά.
Νόμισα πως είναι ένα ριζιμιό.
ΒΑΚΙ
Ένα ριζιμιό!
Κάποτε όμως έβγαζε όμορφα λουλούδια – στην εποχή του.
Και τώρα είναι ριζιμιό, ναι,
με χαραγμένο πάνω τον θεό.
ΣΙΤΕ
Ε, τότε κι εγώ είμαι ριζιμιά,
θαμμένη καλά
μ’ ένα λουλούδι στην καρδιά.
Πες μου, πες μου για τον βωμό.
ΒΑΚΙ
Ποιά είσαι;
ΣΙΤΕ
Της Όνο τα συντρίμμια,
η Κομάτσι,
της Όνο νο Γιοσιτσάνε κόρη.
ΒΑΚΙ-ΤΣΟΥΡΕ
Πόσο θλιβερό το ερείπιο αυτό!
Στον καιρό της η Κομάτσι ήταν άνθος λαμπερό.
Τα φρύδια της είχαν το μπλε της Κατσούρα.
Καθόλου δε βαφόταν.
Μ’ ενδύματα καλά γυρνούσε στα παλάτια.
Πολλοί άκουσαν τους στίχους της, εδώ μα και στα ξένα.
Έχει το λευκό του χειμώνα στο κεφάλι και τους ώμους.
Τα μάτια της δεν έχουν πια το χρώμα των μακρινών βουνών.
Είναι σαν το φεγγάρι το θαμπό που σβήνει την αυγή.
Ξερά κουκκιά στο δισάκι, στην πλάτη δεμάτι
και στον ώμο καλάθι από πλεγμένες ρίζες.
Διόλου να το κρύψει δεν μπορεί.
Σ’ όλο το δρόμο ζητιανεύει γονατιστή.
Φτωχή σκιά περιπλανιέται, τρελή.
ΣΙΤΕ
Τρελή! Τον ακούτε;
Τον καιρό της νιότης μου, γράμματα πήρα εκατό
απ’ άνδρες πιο ωραίους απ’ αυτόν.
Ήρθαν σα βροχοστάλες του Μάη.
Κι είχα τότε το κεφάλι ψηλό.
Σε κανένα δεν απάντησα.
Με βλέπεις έρημη και σκέφτεσαι
πως κάποιον όμορφο έψαχνα τον παλιό καιρό,
τότε που’ ρθε ο Σόσο με τους άλλους -
ο Σίι νο Σόσο απ’ το Φουκακούσα.
Ήρθε σε μένα στο σεληνόφως, τις μαύρες νύχτες,
τις βροχερές, το σκοτεινό πρόσωπο τ’ ανέμου
και τ’ άγριο σφύριγμα του χιονιά.
Ήρθε σαν τις στάλες που πέφτουν απ’ τις στέγες
ενενήντα εννιά φορές και πέθανε.
Το φάντασμά του με κυνηγά, με οδηγεί στην τρέλα.
Μικρή διαδρομή
Ο αέρας που αναπνέω κολλάει στο σώμα μου.
Προσεκτικά τοποθετώ το επόμενο βήμα μου
μετά από μία πλάκα πεζοδρομίου.
Καθώς με προσπερνά με σχίζει,
ελαφρώς χτυπώντας το χέρι μου ο καθε περαστικός.
Μία σταγόνα σάλιο;
Μία σταγόνα νερό από απλωμένα ρούχα;
Μία σταγόνα από κάποιο ουρανό
τρύπησε τον κρόταφό μου
απευθείας αναβλύζοντας από την πληγή
έτρεξε στο προσωπό μου.
Μία σταγόνα ιδρώτα
σταμάτησε τον συρμό τον αισθήσεών μου.
Τίποτα τώρα.
Μάνα με τέσσερα παιδιά
Προς το τέλος
ήταν φορές που ένιωθα
χρόνια παντρεμένη ,με τέσσερα παιδιά
που ερωτευμένη ακόμα σε περίμενε
εσένα τον άντρα του σπιτιού.
Σαν γύριζες στο σπίτι φρόντιζες πάντα
να μου λες σ΄αγαπώ αλλά
πάντα μπροστά στο καθρέφτη, για μένα.
Σε μένα όμως δεν το είπες ποτέ
και είχα η καημένη να φροντίσω τέσσερα παιδιά,
τον Θόδωρο, τον Τεό,τον Θοδωράκη και τέλος
τον πολυ αγαπημένο μου τελευταίο γιο τον Θοδωρή μου
Κι όμως όπως και να έχει,
ειμαι ακόμα ερωτευμένος μαζί σου.
Το βίαιο μάθημα
Είναι ο δρόμος βραχίονας
πεπλατυσμένος από τους κλονισμούς των εργατών
κρατημένος σε μνήμη αναπνοής
που βρίθει
πυροβολισμών
κατεβαίνουν κρανία
αποικίες
νούφαρα άρρηκτα δεμένα
με μια τύφλωση
όλα τα σαρώνει ο δρόμος
η τάξη της ακινησίας
ενός σαρκοβόρου αίματος
μα, εκείνοι βαδίζουν
ακαταπόνητοι
με τροχασμούς ερωτικούς
-λες και στις επάλξεις αναμένουν
τους πυρσούς,
τις καρδιές-
ο λέβητας της νύχτας
τους αφήνει ανέπαφους
Ο δρόμος μένει
σε ευπρόσβλητη παράλυση
τη γεωλογία των βημάτων
αναλύοντας
μακριά
από την αναίδεια
του συρμού

